ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ
Sunday | 13 Σεπτεμβρίου 2026
Κεντρικός Τομέας Κοινωνία Παιδεία

Πάνω από 38% η αύξηση της χρηματοδότησης για τη μεταφορά μαθητών τα έτη 2019-2026, σύμφωνα με τον υφυπουργό Εσωτερικών κ. Βασίλη Σπανάκη

Για την αύξηση της χρηματοδότησης για τις μεταφορές των μαθητών της χώρας, κατά τα έτη 2019-2026, επί διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, μίλησε τη Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026 στη Βουλή ο υφυπουργός Εσωτερικών, κ. Βασίλης Σπανάκης, στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικής επίκαιρης ερώτησης.
Ανατολική Μακεδονία & Θράκη Κοινωνία Παιδεία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Ο Δήμος Σουφλίου τίμησε τους τελειόφοιτους των Γενικών Λυκείων Σουφλίου και Τυχερού

Ο Δήμος Σουφλίου διοργάνωσε με επιτυχία για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά δύο ξεχωριστές εκδηλώσεις, που έχουν καθιερωθεί ως ένας ιδιαίτερος θεσμός προς τιμήν των μαθητών και μαθητριών της Γ΄ Λυκείου του ΓΕ.Λ. Σουφλίου και του ΓΕ.Λ. Τυχερού, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση μιας σημαντικής περιόδου της μαθητικής τους ζωής και το ξεκίνημα μιας νέας δημιουργικής πορείας.
Κοινωνία Παιδεία Πειραιάς Περιβάλλον Τοπική Αυτοδιοίκηση

Πιστοποιητικά ενεργειακής αναβάθμισης σε σχολικά συγκροτήματα Δήμου Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη

Τέσσερα σχολικά κτήρια του Δήμου Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη αναβαθμίστηκαν ενεργειακά, ενισχύοντας σημαντικά την ενεργειακή τους απόδοση και βελτιώνοντας τις συνθήκες για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Το έργο ενεργειακής αναβάθμισης ολοκληρώθηκε με στόχο τη δημιουργία ενός πιο σύγχρονου, ασφαλούς και λειτουργικού σχολικού περιβάλλοντος, με παράλληλη μείωση του ενεργειακού κόστους.

Απομακρύνθηκαν γκράφιτι από τους τοίχους των σχολείων του Δήμου Λυκόβρυσης-Πεύκης

Σε εκτεταμένες εργασίες απομάκρυνσης γκράφιτι από σχολικά κτήρια προχώρησε ο Δήμος Λυκόβρυσης-Πεύκης, στο πλαίσιο της διαρκούς μέριμνας για τη συντήρηση και την αισθητική αναβάθμιση των σχολικών υποδομών. Πριν από την παρέμβαση, οι εξωτερικοί τοίχοι σχολικών μονάδων παρουσίαζαν έντονα επιβαρυμένη εικόνα, εξαιτίας των εκτεταμένων γκράφιτι.

Αλλάζουν πρόσωπο τα σχολεία του Δήμου Κηφισιάς πριν από το «πρώτο κουδούνι»

Με εντατικούς ρυθμούς συνεχίζονται οι εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης και αναβάθμισης στις σχολικές μονάδες του Δήμου Κηφισιάς, με στόχο η νέα σχολική χρονιά να ξεκινήσει με ουσιαστικά βελτιωμένες υποδομές για μαθητές, μαθήτριες και εκπαιδευτικούς.

Σε πλήρη εξέλιξη οι εργασίες συντήρησης και αναβάθμισης στα σχολεία του Δήμου Αγίου Νικολάου ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς

Οι εργασίες υλοποιούνται συνδυαστικά τόσο μέσα από εργολαβία του Δήμου όσο και μέσω του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου», αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο πόρο και δυνατότητα για τη ριζική βελτίωση των σχολικών υποδομών. Ενδεικτικό παράδειγμα των παρεμβάσεων αποτελεί το 2ο Γενικό Λύκειο Αγίου Νικολάου, όπου ανακαινίζονται πλήρως...
Βόρειος Τομέας Κοινωνία Περιβάλλον Τοπική Αυτοδιοίκηση

Νέο ηλεκτρικό απορριμματοφόρο παράλαβε ο Δήμος Βριλησσίων

Η συγκεκριμένη παραχώρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς οικονομική επιβάρυνση για τον Δήμο Βριλησσίων, καθώς δεν προκύπτει κόστος προμήθειας του οχήματος, ενώ και η συντήρησή του καλύπτεται πλήρως στο πλαίσιο της συνεργασίας.Επίσης, ο Δήμαρχος Βριλησσίων, κ. Γιάννης Πισιμίσης, δήλωσε πως: «Με ιδιαίτερη ικανοποίηση παραλάβαμε ένα σύγχρονο ηλεκτρικό απορριμματοφόρο από την Περιφέρεια Αττικής. Το όχημα αυτό δεν είναι απλώς ένα ακόμη εργαλείο για την καθαριότητα. Είναι μια επένδυση στην καθημερινότητα των δημοτών μας. Είναι αθόρυβο, δεν ρυπαίνει και θα εξυπηρετεί τις γειτονιές μας πιο αποδοτικά, χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον. Η ηλεκτροκίνηση, άλλωστε, ανοίγει...
Βιβλίο Βόρειος Τομέας Παρουσιάσεις Προτάσεις

«Το Κρυφό Μονοπάτι – Ημερολόγια και Νυχτολόγια ενός περαστικού», του Βάσου Ηλία Βογιατζόγλου

Το «κρυφό μονοπάτι» είναι η καταγραφή μιας ιχνηλασίας, που επιχειρεί ο κεντρικός ήρωας στα διδάγματα μιας άγνωστης Δημιουργίας. Ενός κόσμου, που μέσα από το προσωπικό του πεπρωμένο ξεδιπλώνονται τα γεγονότα της ιστορίας, οι αιφνιδιασμοί, οι εικόνες και οι αδιάκοπες μεταβολές του.

Της Παναγιώτας Σούγια
«Το Κρυφό Μονοπάτι – Ημερολόγια και Νυχτολόγια ενός περαστικού», του Παιδιάτρου, ενεργού μέλους της ανθρωπιστικής Οργάνωσης «Γιατροί του Κόσμου» και Συγγραφέα κ. Βάσου Ηλία Βογιατζόγλου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ, εμπεριέχει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα να δώσει στον αναγνώστη, πρωτίστως, όμως, του προσφέρει ένα καλογραμμένο αφήγημα, το οποίο κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του έως την τελευταία του παράγραφο.
Οδηγημένος από την οδύνη, τις μικρές χαρές, τα δάκρυα και τους φευγαλέους έρωτες, που αναπόφευκτα σωριάζουν στη διαδρομή του τόσο τα προσωπικά του όσο και τα ιστορικά γεγονότα ενός περίπου αιώνα, και συνομιλώντας αδιάκοπα με τον Θεό, αναζητά απεγνωσμένα το Κρυφό μονοπάτι. Μια διέξοδο, που μαντεύει πως θα τον οδηγήσει στη λύτρωση. Θα κατορθώσει, όμως, να το βρει; Ή μήπως το ταξίδι αυτό είναι, τελικά, και το μόνο που καταξιώνει τον βίο του;
Πρόκειται για ένα καθόλα μυητικό σύγγραμμα, αυτοβιογραφικού τύπου, το οποίο ταξιδεύει τον αναγνώστη σε πολλά κρυφά μονοπάτια, καθένα από τα οποία μπορεί να αποτελεί το δικό του ατομικό κρυφό μονοπάτι, διαφορετικό, ίσως, από εκείνο που περιγράφει ο συγγραφέας, οδηγώντας τον να αφουγκραστεί την περιγραφόμενη διαδρομή και να αναλογιστεί τη δική του, ως μια ψυχωφελή άσκηση αυτογνωσίας, η οποία, μέσα από τα προσωπικά ημερολόγια και νυχτολόγια του καθενός αναγνώστη, μπορεί να αφυπνίσει πράγματα μέσα του, που όχι μόνον δεν γνώριζε για τον εαυτό του, αλλά σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορούσε να σκεφτεί πως αποτελούν δικά του κρυφά μονοπάτια, που, ενδεχομένως, δεν φανταζόταν πως διένυε σε όλη του τη ζωή.

Μεταξύ άλλων διαβάζουμε στις σελίδες του βιβλίου πως: «Μαντεύω πως, σίγουρα, τώρα θ’ αναρωτηθείς εσύ αν χτίζεται η ζωή με όνειρα. Και ξέρεις, βέβαια, πως θ’ απαντήσω, κι εγώ με τη σειρά μου, όχι. Όμως, τα όνειρα υπάρχουν. Μερικά τα ζωγραφίζουμε μόνοι μας. Άλλα πάλι μας επισκέπτονται χωρίς να μας ρωτούν. Και, ίσως, μερικά μας στέλνονται από τον ουρανό. Κι εμείς, οι χαμένοι κι ανέλπιδοι, αφηνόμαστε άβουλοι, πλέοντας ανάμεσά τους, σαν ναυαγοί ενός μοιραίου ταξιδιού, που δεν διαλέξαμε. Δίχως πυξίδα. Δίχως προορισμό.».
Επίσης, σε άλλο σημείο του βιβλίου διαβάζουμε (για πολλούς, ίσως, είναι κάτι γνώριμο), πως: «…Τη βρήκα καθιστή στο κρεββάτι να χαμογελάει με τα χέρια πλεγμένα πάνω στα μαζεμένα της γόνατα, την έλεγαν Όλγα. Δίπλα η αδελφή της, στην άκρη του κρεββατιού και πάρα δίπλα όρθια η μητέρα της με ανησυχία ολοφάνερη στο πρόσωπό της. Ήταν απλά τα πράγματα, ευτυχώς, μια μεσοπλεύρια νευραλγία. Τίποτα σοβαρό, δηλαδή.
Κάθισα δίπλα της σε μια καρέκλα. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έρχονταν στο δωμάτιο οι φωνές κάποιων παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο, ευωδιές από βασιλικό κι ένα κροκάτο φως, ξανθό, αισιόδοξο. Σχεδόν ερωτικό. Απρίλης ήτανε, στα 1975. Τα χελιδόνια έξω χαλούσανε τον κόσμο. Και τότε ήταν που ένοιωσα ξαφνικά κάτι πρωτόγνωρο, εντιμότατε Φίλιππε. Ήταν σαν όλα να ήτανε μέσα σε μιαν εικόνα πολύχρωμη, ακίνητη και λαμπερή, δίχως ήχο κανένα. Και ήταν σαν να είχαμε απομείνει μονάχα οι δυο μας σε τούτη την εικόνα που δεν τελείωνε στους τέσσερις τοίχους μιας κρεββατοκάμαρας. Χανόταν και άπλωνε πολύ μακρυά. Μέσα στο άπειρο. Ήταν μια πάμφωτη έκφραση και ρωμαλέα κάποιας άγνωστης Τέχνης. Και τότε ήταν που ένοιωσα να χάνομαι στο γνώριμο κέντρο κάποιου μύθου που κάποτε είχαμε γράψει μαζύ με την Όλγα. Και, ναι, αυτό φάνηκε ολοκάθαρα. Ήταν σαν να υπήρξαμε μαζύ σε κάποιαν άλλην ιερή αιωνιότητα, κρυφή και μυθική. Σ’ ένα αίνιγμα που, όμως, δεν βρήκε τη λύση του ποτέ και τώρα την αναζητούσε. Ύστερα, πάλι ξαφνικά, χάθηκαν όλα μονομιάς κι εγώ είχα απομείνει με τα μάτια καρφωμένα στα δικά της.
Ήταν δυο λίμνες ήρεμες τα μάτια της, μ’ ένα χρώμα παράξενο, χακί, γκριζοπράσινο, σαν τα νερά που επιστρέφουν τις ανταύγειες του ήλιου σ’ ένα σούρουπο του φθινοπώρου, φωσφορίζοντας. Και, όχι, δεν ήταν σαν να ερευνούσα κάτι στο βυθό τους, εντιμότατε. Δεν ήταν όνειρο ή επιθυμία καμμιά. Ήταν απλά μια ανάμνηση. Ναι, ναι! Μην απορείς, ήταν ανάμνηση σου λέω. Κι εννοιωσα τότε πως από εκείνη τη στιγμή συνεχιζόταν απλά μια πορεία κοινή από έναν χρόνο χωρίς αφετηρία που είχε πριν από χρόνια πολλά διακοπεί. Ύστερα έγιναν όλα, θαρρείς, σαν και οι δυο να υπακούαμε στις εντολές κάποιας άγνωστης φωνής.
Η Όλγα είχε δίπλα της μια συλλογή με ποιήματα, μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Της ζήτησα αν μπορούσε να μου δανείσει το βιβλίο για δυο μέρες κι όταν θα την εξέταζα και πάλι, αυτή τη φορά στο ιατρείο μου, θα το επέστρεφα. Μου το έδωσε πρόθυμα.
Σε δυο μέρες, λοιπόν, ήρθε στο ιατρείο, να την εξετάσω και πάλι. Ήταν, βέβαια, μια χαρά, δεν την εξέτασα, κανένας απ’ τους δυο μας, άλλωστε, δεν πίστευε στην πραγματικότητα πως ήταν αυτό αναγκαίο!… Όμως η Όλγα ήρθε. Και ήταν αυτό ένα κάλεσμα γνώριμο και στους δυο μας για ένα νέο ξεκίνημα συντροφικό, θαρρείς, μιας διαδρομής που είχε κάποτε διακοπεί, ποιος ξέρει τάχα πόσους αιώνες πριν, ποιος ξέρει το γιατί. Το νοιώσαμε όμως και οι δύο πως, ναι, δεν άρχιζε τίποτα. Απλά συνεχιζόταν.
Πες μου, λοιπόν, εσύ εντιμότατε Φίλιππε, πώς συναντιούνται, αλήθεια, δυο ψυχές μέσα στην άβυσσο του Χρόνου; Γιατί άραγε; Πού δίνουν τα χέρια; Πού συνομιλούν δυο άνθρωποι μέσα στο άπειρο του κόσμου; Τι λένε και τι τάχα μπορούνε να πουν; Πού άραγε γίνονται όλα ξαφνικά ένας ρυθμός, μια κίνηση, μια μουσική; τι πολεμάμε να πούμε τόσα χρόνια και τι πασχίζουμε να κρύψουμε; Πόσο τα καταφέρνουμε, άραγε;
Είναι κάποιες γυναίκες που μοιάζουν με βουνά. Που θυμίζουν βουνά. Και όχι για τον όγκο τους, μα για τη δύναμη, την τόλμη και τη στέρεα μεγαλοσύνη της ψυχής τους. Είναι άλλες που μοιάζουν μ’ ανθισμένα δέντρα και άλλες πάλι που θυμίζουν ρυάκια, γρήγορα και βιαστικά, που όλο κατηφορίζουν προς τη θάλασσα. Άλλες γυναίκες μοιάζουν με ήρεμες κοιλάδες, ανοιχτές στον ήλιο, που δεν έχουν να κρύψουν τίποτα. Τι νάταν τάχα η Όλγα; Ήταν όλα ετούτα ή μήπως τίποτε απ’ αυτά;
Λοιπόν, το μόνο που ανέβαινε ξεκάθαρα στη σκέψη μου τις ώρες εκείνες ήταν πως, τώρα, όλα τα όνειρά μου γίνονταν ξαφνικά πραγματικότητα. Αλλά και όλες οι πραγματικότητες ανέβαιναν σε μια χρυσαφένια ανταύγεια ονείρου. Και τότε ήταν που της είπα πως «τίποτα δεν άξιζε τόσο τους πόνους της μάνας που με γέννησε ίσαμε να σε συναντήσω» κι εκείνη χαμογέλασε. Κι εγώ της είπα μετά «γιατί άργησες; Σε περίμενα χρόνια» κι εκείνη πάλι δεν είπε τίποτα και η νύχτα ήταν ζεστή. Χαμογέλασε μόνο και είπε σαν και να το σκεφτόταν «πώς αλήθεια ο κόσμος κάποτε αλλάζει μέσα σε μια μόνη στιγμή», αυτό μόνο είπε κι αμέσως έγειρε το κεφάλι της αριστερά γεμάτη χάρη. Κι εγώ είπα τότε «τις αλλαγές δεν τις διαλέγουμε Όλγα, πάντα. Μας επιβάλλονται κάποτε». Κι εκείνη σηκώνοντας τους ώμους της αναρωτήθηκε «από ποιον»;
Βγήκαμε στη βεράντα του ιατρείου μου, ήταν η πρώτη βραδυά που μιλούσαμε, είπαμε πράγματα πολλά, πιο πολύ πάνω στην επιστήμη τη δική της, η Όλγα ήτανε αρχαιολόγος. Το βράδυ μας τύλιγε παρήγορο, χλιαρό, γεμάτο αστέρια, τα φώτα πλημμύριζαν την οδό Βενιζέλου, ένοιωθα έν σύμπαν ολάκερο να μ’ αγκαλιάζει και να γίνομαι μαζύ του ένα. Ήτανε η φωνή της Όλγας σαν υπόγειο νερό, χανόταν μαζύ μου σ’ ένα έρεβος άλλο, μυστικό, στην άβυσσο, θαρρείς, της ίδιας μου της ύπαρξης. Ξεδίπλωνε ορίζοντες παληούς, λησμονημένους ίσως από αιώνες πριν. Έσμιγαν όλα μετά και σώνονταν σ’ έναν ορίζοντα γνώριμο, πολύ πιο μεγάλο, πολύ πιο φωτεινό, πιο άπειρο κι από το Άπειρο.
Γυναίκα, εντιμότατε, δεν είναι αυτή που έχουμε δίπλα μας σε κάθε περίπτωση. Είναι εκείνη που ψάχνουμε στις διαδρομές των αιώνων. Και, ναι, η Όλγα ερχόταν σαν άγγελος από το πουθενά για να μου φέρει κάποιο μήνυμα, ίσως. Δεν είπαμε τίποτα περισσότερο γι’ αυτό. Κόντευαν πια μεσάνυχτα, ο χρόνος φαινόταν να έχει χαθεί οριστικά. Για όλα.
Χαιρετηθήκαμε και με τα δυο μας χέρια και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Εκείνη χαμογέλασε και ήταν τότε σαν νάβγαιναν από το σώμα της πουλιά και λουλούδια, σταφύλια, πεταλούδες πολύχρωμες, άγγελοι, ήταν μια θεία ομορφιά πρωτόγνωρη. Ξέχειλη από χαρά και τραγούδια και ποιήματα γνώριμα. Υποσχεθήκαμε κι οι δυο πως σύντομα πάλι θα συναντηθούμε.
Η Όλγα έφυγε. Η Όλγα, όχι δεν έφυγε, ήρθε για να μείνει και…», η συνέχεια στο εξαιρετικό αυτό βιβλίο του κ. Βάσου Ηλία Βογιατζόγλου.