Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εναρκτήρια εκδήλωση για τα 100 χρόνια της πόλης του Αγίου Στεφάνου Αττικής
Στην ανάδειξη της πλούσιας ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς του Αγίου Στεφάνου συνέβαλαν τα δρώμενα της εναρκτήριας εκδήλωσης, που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2024, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από την ίδρυση του Αγίου Στεφάνου, που διοργανώθηκε από τον Δήμο Διονύσου και τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου & Αγίου Στεφάνου, όπου παραβρέθηκαν μεταξύ άλλων ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Κηφισίας, Αμαρουσίου, Ωρωπού και Μαραθώνος κ.κ. Κύριλλος, οι βουλευτές Ανατολικής Αττικής κ.κ. Βασίλης Οικονόμου και Στέλιος Πέτσας, εκπρόσωποι φορέων, συλλόγων και μελών του Δημοτικού Συμβουλίου, καθώς και πλήθος κόσμου.
Οι μαθητές του 2ου Δημοτικού Σχολείου του Αγίου Στεφάνου, υπό τη στήριξη και καθοδήγηση των δασκάλων και της Διευθύντριας, παρουσίασαν μια εξαιρετική, αλησμόνητη και συγκινητική αναπαράσταση, που αφορούσε στην εμπειρία αφενός της φυγής και αφετέρου της εγκατάστασης των προσφύγων στο τότε Μπογιάτι.
Το ταξίδι στο παρελθόν συνεχίστηκε με τις θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις και την αναβίωση της πορείας των ιδρυτών του Αγίου Στεφάνου.
Τα παιδιά του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Αγίου Στεφάνου παρουσίασαν, εν μέσω κωδωνοκρουσιών, αρχικά την άφιξη της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας της Αβασσιώτισσας (14ου αι.) από την Κωνσταντινούπολη, αντίγραφο της οποίας κατασκεύασε κατάστημα της περιοχής, στη συνέχεια διάβασαν ληξιαρχικά έγγραφα, που πιστοποιούσαν την καταγωγή και τις περιουσίες των προσφύγων και των ανταλλάξιμων.
Ακόμη, στις εκδηλώσεις συμμετείχαν:
• Το Α΄ Δημοτικό Σχολείο Αγίου Στεφάνου.
• Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αγίου Στεφάνου.
• Χορεύρεσις-Κέντρο Πολιτισμού.
• Κέντρο Παραδοσιακού Χορού «Εμμέλεια».
• Χορευτικό Τμήμα Δήμου Διονύσου.
• Κατηχητικά Σχολεία Ενορίας.
Επίσης, ο π. Χρυσοβαλάντης, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για τα 100 χρόνια του Αγίου Στεφάνου, προέβη σε μια μίνι αναδρομή της ιδέας των εορτασμών και ευχαρίστησε τους 210 συντελεστές και συμμετέχοντες, αλλά και όλους όσοι συνέβαλαν καθοριστικά και εργάστηκαν για την ευόδωσή της.
Ακόμη, η Δήμαρχος Διονύσου, κ. Κατερίνα Μαϊχόσογλου, ανέφερε στον χαιρετισμό της πως:
«Με βαθιά συγκίνηση θυμηθήκαμε σήμερα και ξαναζωντανέψαμε μια περίοδο της Ιστορίας, που έχει σημαδέψει την Ελλάδα, και ιδιαίτερα όλους εμάς, που έλκουμε την καταγωγή μας απ’ τις αλλοτινές πατρίδες, τα Ιερά Χώματα, τα «Ματωμένα», όπως τ’ αναφέρει η Διδώ Σωτηρίου. Τόποι ευλογημένοι από τον Θεό, που οι πρόγονοί μας έζησαν και ήκμασαν επί αιώνες. Σμύρνη, Πόλη, Καππαδοκία, Ερυθραία, Πόντος είναι λίγες μόνο από τις περιοχές, όπου έλαμψε ο Ελληνικός Πολιτισμός, τα γράμματα, οι τέχνες, το εμπόριο, η φιλοσοφία.
Ένας πολιτισμός αντάξιος, αν όχι και σπουδαιότερος των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών της εποχής του Διαφωτισμού, που κατάφερε να ανθίσει κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, χάρη την ευστροφία και στην εφευρετικότητα του ελληνικού πνεύματος.
Οι Έλληνες αυτοί Χριστιανοί, αυτοπροσδιορίζονται ως Ρωμιοί, δηλώνοντας έτσι τη βυζαντινορωμαϊκή καταγωγή τους.
Για χρόνια πολλά ζουν ειρηνικά δίπλα στους Τούρκους κατακτητές. Κοντεύουν, μάλιστα, να κατακτήσουν την αυτοκρατορία «εκ των έσω», καθώς οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς κατέχουν εκτός από οικονομικό πλούτο, καίριες θέσεις στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό.
Δυστυχώς, όμως, όταν τα μαύρα σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου φτάνουν στη Μ. Ασία, πυροδοτούν σειρά γεγονότων, που οδηγούν στην καταστροφή.
Έτσι, την τελευταία αυτή περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας βάζουν ως στόχο την προαγωγή του ενός μονοεθνικού, μουσουλμανικού κράτους.
Ο τουρκικός εθνικισμός και το Κίνημα των Νεότουρκων του Κεμάλ Αττατούρκ έρχονται στο προσκήνιο και ξεκινούν μια σκόπιμη και οργανωμένη εξόντωση των Χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης αρχικά (1914-1918), για να καταλήξουν στη Μικρασιατική καταστροφή (1920-1924).
Στη μανία τους αυτή της «εκκαθάρισης» σε ό,τι ξένο, ελληνικό, χριστιανικό ή πολιτισμένο απλώνεται η φρίκη πάνω τους ελληνικούς πληθυσμούς -και όχι μόνο- και ξεκινούν οι γενοκτονίες Ποντίων, Αρμενίων, καθώς και το κάψιμο της Σμύρνης, με τις θηριωδίες που τα συνοδεύουν.
Καταστροφές Ναών, Σχολείων, σπιτιών και καλλιεργειών, «τάγματα εργασίας», βασανισμοί, βιασμοί και εκτελέσεις.
Η Μικρασιατική καταστροφή ταυτίζεται πλέον στη συνείδηση των Ελλήνων με την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την πτώση της Ρωμανίας.
Πάνω από 1.500.000 Έλληνες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες των προγόνων τους και να καταφύγουν πρόσφυγες στην, ήδη, ταλαιπωρημένη και φτωχή Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 1.000.000 νεκρούς.
Η καταστροφή και η βία που υποβάλλονται είναι ανείπωτη.
Τα τραύματα, που κουβαλούν στις ψυχές τους, αβάσταχτα.

Και, όμως, παρόλα αυτά, καταφέρνουν με κίνδυνο της ζωής τους να πάρουν μαζί τους κάποια κειμήλια και κάποιες από τις ιερές εικόνες. Φέρνουν ακόμη μαζί τους το κουράγιο, την πίστη, την ελπίδα και τον πολιτισμό τους. Αξίες, που δεν μπορεί κανείς να τους πάρει. Μπορούν, όμως, να τις μεταλαμπαδεύουν σε εμάς, στα παιδιά και στα εγγόνια τους.
Έτσι, ακούσαμε σε πρώτο πρόσωπο από τις γιαγιάδες και τους παππούδες μας ιστορίες που μας σημάδεψαν και μας νουθέτησαν.
Ακούσαμε πώς μετέφεραν τις Άγιες εικόνες, όπως αυτή της Παναγίας μας, και πώς έφτιαξαν την πρώτη ξύλινη εκκλησία για να τη στεγάσουν.
Ακούσαμε πώς μετέφεραν τον σπόρο της μπάμιας, τη γνωστή πια μπάμια Μπογιατίου, μέσα σε κούφια καλάμια, που κρατούσαν τάχα για μπαστούνια.
Για τις λίρες και τα φλουριά, όσα κατάφεραν να κρύψουν στα ζωνάρια ή στα παπούτσια τους.
Ακούσαμε, όμως, και γι’ αυτά που έκρυψαν στους τοίχους των σπιτιών και στις αυλές που άφησαν πίσω τους, με την ελπίδα ότι κάποτε θα γυρίσουν πίσω.
Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η ελπίδα και η νοσταλγία κρυβόταν πίσω από κάθε ιστορία που έλεγαν.
Πίσω από κάθε αγαπημένη μυρωδιά φαγητού ή γλυκού, που ανασάλευε πιο εύκολα τις μνήμες από τις χαμένες πατρίδες.
«Τζιέρι μ’ βάλε λίγο κίμινο ακόμη στα σουτζουκάκια», έλεγε η γιαγιά. Έτσι, για να μοσκοβολάνε, όπως τα κάμαμε στην Πόλη.
Αυτοί που ήρθαν με το τρένο της γραμμής, ως πρώτοι κάτοικοι, είναι εκείνοι που ξεκίνησαν εδώ σε αυτόν τον τόπο από το τίποτα μια νέα ζωή.
Μια ζωή με δυσκολίες και φτώχια, με σπίτια, ωστόσο, φιλόξενα και «ανοιχτά», όπως οι καρδιές τους.
Κατάφεραν, όμως, με την εργατικότητά τους, τον πολιτισμό που έκρυβαν μέσα τους, την αγάπη για την Ελλάδα, τα ταλέντα τους και την παράδοση στο εμπόριο και στην επιχειρηματικότητα να δημιουργήσουν μια νέα πόλη.
Την πόλη, που εμείς ζούμε μέχρι και σήμερα.
Τους ευχαριστούμε γι’ αυτό.
Τους ευχαριστούμε για όσα μας μεταλαμπαδεύσανε και με τα οποία πορευόμαστε εμείς οι νεότεροι στο σήμερα και στο αύριο.
Θα παραμείνουμε πιστοί στην παράδοση και στην ιστορία μας. Θα παραμείνουμε πάντοτε αρωγοί στην κάθε προσπάθεια διατήρησης της μνήμης και των μακρινών αυτών γεγονότων, που σημάδεψαν τη νεότερη Ελλάδα μας.
Τελειώνοντας, θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον Πατέρα Χρυσοβαλάντη για την εξαιρετική πρωτοβουλία της εναρκτήριας αυτής εκδήλωσης, τον κόπο και την οργάνωση, τις σκέψεις που μοιραστήκαμε, αλλά και την άψογη συνεργασία που είχαμε. Είμαι σίγουρη πως έτσι θα συνεχίσουμε και για τις υπόλοιπες εκδηλώσεις του επετειακού αυτού έτους.
Να ευχαριστήσω, επίσης, και όλους τους συντελεστές και ιδιαίτερα τους Διευθυντές σχολείων, καθηγητές και μαθητές, τους Συλλόγους της πόλης μας για τη σημερινή γιορτή.
Ταξιδέψαμε στην Ιστορία, ξύπνησαν μνήμες έντονες και διδακτικές.
Να είστε όλοι καλά, σας ευχαριστώ από καρδιάς.».
