Μήνυμα στήριξης στους παραγωγούς από τον υπΑΑΤ κ. Κώστα Τσιάρα στο Blue Heritage Summit Thessaloniki σε μια δύσκολη συγκυρία για τον πρωτογενή τομέα
Στη σημασία στήριξης του πρωτογενούς τομέα υπό το βάρος των νέων προκλήσεων, όπως η κλιματική κρίση, οι πιέσεις στις αγορές και η ανάγκη για πράσινη μετάβαση, αναφέρθηκε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Κώστας Τσιάρας, μιλώντας στο «Blue Heritage Summit Thessaloniki».
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Κώστας Τσιάρας, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα προβλήματα, που αντιμετωπίζει η ελληνική παραγωγή ρυζιού, επισημαίνοντας πως: «Έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο ζήτημα, που αφορά στη διακίνηση και στην εμπορικότητα του ελληνικού ρυζιού.», τονίζοντας πως το Υπουργείο βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τη Διεπαγγελματική Οργάνωση και τους παραγωγούς.
Επίσης, ο κ. Τσιάρας υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης των ελέγχων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σημειώνοντας πως: «Πρέπει να γίνεται μεγαλύτερος έλεγχος στις εισαγωγές ρυζιού στην Ευρώπη.», ενώ ξεκαθάρισε πως: «Η κυβέρνηση παρακολουθεί την εξέλιξη με στόχο τη στήριξη των παραγωγών. Το μήνυμα αυτό είναι ότι η κυβέρνηση, όπως το έκανε πολλές φορές, θα σταθεί δίπλα τους και θα τους στηρίξει αυτή τη δύσκολη στιγμή.», ενώ αναφερόμενος στη σημασία της καλλιέργειας ρυζιού επισήμανε πως πρόκειται για έναν κρίσιμο τομέα τόσο για την οικονομία, όσο και για τη διατροφική επάρκεια της χώρας σημειώνοντας πως: «Η διατήρηση της καλλιέργειας έχει μεγάλη σημασία, γιατί αφορά σε εδάφη, στα οποία δύσκολα μπορεί να καλλιεργηθεί κάτι άλλο.».
Ακόμη, ο κ. Τσιάρας έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στον τομέα της μυδοκαλλιέργειας στον Θερμαϊκό κόλπο, επισημαίνοντας τις σοβαρές συνέπειες της κλιματικής κρίσης, λέγοντας, μεταξύ άλλων, πως: «Λόγω του ότι έχει αυξηθεί η θερμοκρασία στα θαλάσσια ύδατα, αυτό έχει ως συνέπεια τη δημιουργία μεγάλων προβλημάτων και σε ορισμένες περιπτώσεις η παραγωγή ήταν σχεδόν μηδενική.».

Επιπλέον, ο κ. Τσιάρας γνωστοποίησε πως έχει ήδη δρομολογηθεί οικονομική ενίσχυση για τις απώλειες της προηγούμενης χρονιάς, ενώ, παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για την προσαρμογή της δραστηριότητας στις νέες συνθήκες, επισημαίνοντας πως: «Έχουμε ουσιαστικά προσδιορίσει ότι θα υπάρχει και μια οικονομική ενίσχυση για την προηγούμενη χρονιά.», και προσθέτοντας πως: «Στόχος είναι η θωράκιση των μονάδων και η διασφάλιση της συνέχειας της παραγωγής.».
Σχετικά με τις δενδρώδεις καλλιέργειες, και ειδικότερα το ροδάκινο σε Ημαθία και Πέλλα, ο κ. Τσιάρας είπε πως: «Η κλιματική κρίση έχει επιφέρει σοβαρά πλήγματα. Χαλαζοπτώσεις, παγετοί, υψηλές θερμοκρασίες, όλα αυτά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο φέρνουν ως τελικό αποτέλεσμα είτε τη μειωμένη παραγωγή είτε την προβληματική παραγωγή.», τονίζοντας έτσι τον κομβικό ρόλο του προϊόντος για την οικονομία της Βόρειας Ελλάδας.
Επίσης, αναφορικά με τον ΕΛΓΑ, υπογράμμισε πως βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια αναμόρφωσης του κανονισμού, επισημαίνοντας τις δυσκολίες που προκύπτουν από τα νέα δεδομένα της κλιματικής κρίσης. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, πως «δεν υπάρχει πρόθεση από την πλευρά της κυβέρνησης να αυξηθεί για κανέναν απολύτως λόγο το ασφάλιστρο του ΕΛΓΑ».
Παράλληλα, ο κ. Τσιάρας έκανε λόγο για σημαντική βελτίωση στη λειτουργία του Οργανισμού τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας πως: «Σήμερα μιλάμε για έναν ΕΛΓΑ, που καταβάλλει έγκαιρα αδιανόητα ποσά αποζημιώσεων.».
Στο πεδίο της πράσινης μετάβασης, ο κ. Τσιάρας τόνισε πως: «Η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος αποτελεί κεντρική ευρωπαϊκή και εθνική προτεραιότητα. Η συζήτηση, που αφορά στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του άνθρακα, είναι μια συζήτηση, η οποία απασχολεί ευρέως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.», προσθέτοντας πως: «Ήδη υλοποιούνται δράσεις προς αυτή την κατεύθυνση.».
Ακολούθως, ο κ. Τσιάρας έκανε ειδική αναφορά σε χρηματοδοτικά εργαλεία και προγράμματα, όπως τα νέα Σχέδια Βελτίωσης, ύψους άνω των 262 εκ. ευρώ, αλλά και δράσεις για την εξοικονόμηση υδάτινων πόρων και την ανάπτυξη θερμοκηπιακών καλλιεργειών, ενώ ολοκληρώνοντας υπογράμμισε πως: «Η στρατηγική της κυβέρνησης εστιάζει στη βιωσιμότητα και στην ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα.», και ακόμη σημείωσε πως: «Υπάρχει ένα δίκτυο πολιτικών δράσεων και ένας σοβαρός σχεδιασμός για να μειώσουμε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και να κάνουμε τον ελληνικό πρωτογενή τομέα ακόμη πιο φιλικό προς το περιβάλλον.».

