Συγκλονιστικές οι ομιλίες στην εκδήλωση της Εργατικής Λέσχης Νέας Ιωνίας», με τίτλο: «Μύθοι και πραγματικότητα για τη βία των ανηλίκων»
Εξαιρετικά αποκαλυπτικές και συνάμα συγκλονιστικές υπήρξαν οι ομιλίες των κ.κ. Γιώργου Νικολαΐδη, Ψυχίατρου, Διευθυντή Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, και Τάνιας Τσιτούρα, Ψυχολόγου, Ειδικευόμενης Συστημικής Ψυχοθεραπεύτριας, στην επίκαιρη εκδήλωση με γενικό τίτλο: «Μύθοι και πραγματικότητα για τη βία των ανηλίκων», που πραγματοποίησε η Εργατική Λέσχη Νέας Ιωνίας Αττικής-«υδραγωγείο», την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025, στην οποία παρατέθηκαν τα βαθύτερα αίτια της βίας μεταξύ των ανηλίκων και εξετάστηκε ο τρόπος, με τον οποίο μπορεί να οργανωθεί από κοινού ο αγώνας για μια εκπαίδευση και κοινωνία στο ύψος των πραγματικών αναγκών όλων μας.
Ρεπορτάζ-Φωτογραφίες-Βίντεο: Παναγιώτα Σούγια

Την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αυτή εκδήλωση προλόγισε το μέλος της Εργατικής Λέσχης κ. Γιάννης Δήμας, ο οποίος στη συνέχεια έδωσε τον λόγο στην Ψυχολόγο, Ειδικευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, κ. Τάνια Τσιτούρα, η οποία είπε, μεταξύ άλλων, πως: «Αποφασίσαμε να διοργανώσουμε αυτή την εκδήλωση για να αναδείξουμε τα βαθύτερα αίτια της «ανήλικης παραβατικότητας», να προβληματιστούμε κaι εμείς οι ίδιοι/ες και να συζητήσουμε συλλογικά τους τρόπους, με τους οποίους μπορούμε να οργανώσουμε από κοινού τον αγώνα μας σε σχέση με αυτά που έχουμε ανάγκη, και, κυρίως, τα ίδια τα παιδιά, που θα είναι οι ενήλικες του αύριο. Την τελευταία περίοδο ερχόμαστε αντιμέτωποι όλο και συχνότερα με ειδήσεις, που προβάλλονται στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, σχετικά με την υποτιθέμενη «πρωτοφανή» αύξηση της παραβατικότητας των νέων. Περιστατικά εκφοβισμού, χρήσης και διακίνησης ουσιών, κλοπών και άλλων μορφών βίας παρουσιάζονται ως νέα ανησυχητικά φαινόμενα και μας δημιουργούν ερωτήματα και προβληματισμούς. Αποτελεί, όντως, ένα πρωτοφανές φαινόμενο ή μια σκόπιμη προσπάθεια υπερπροβολής του από το αστικό σύστημα, με στόχο να αποκρύψει τις πραγματικές και βαθύτερες αιτίες της ανήλικης βίας και να αποποιηθεί τις ευθύνες του;
Σύμφωνα με έρευνα της UNICEF, που δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 2024, περίπου, το 50% των εφήβων παγκοσμίως έχει βιώσει κάποια μορφή βίας από συνομηλίκους του, ενώ μελέτες δείχνουν πως οι κοινωνικές ανισότητες και η έλλειψη στήριξης από το κράτος αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την εκδήλωση παραβατικών συμπεριφορών. Τα κυρίαρχα Μ.Μ.Ε. παρουσιάζουν το φαινόμενο ως μια «νέα απειλή», δαιμονοποιώντας συχνά τις συμπεριφορές των παιδιών, αλλά και αγνοώντας το πώς ένα σύστημα, που προάγει τον ανταγωνισμό, αποκλεισμό και ατομικισμό, δημιουργεί ένα περιβάλλον πίεσης και σύγχυσης για τα ίδια τα παιδιά. Είναι σημαντικό να εξετάσουμε το φαινόμενο της ανήλικης βίας όχι μόνο μέσα από στατιστικά δεδομένα και ειδήσεις των Μ.Μ.Ε., που διαμορφώνουν ουκ ολίγες φορές την αντίληψη περί αυξημένης βίας, αλλά, κυρίως, υπό το πρίσμα των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των νέων. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ολιστικά το ζήτημα και να απαντήσουμε πραγματικά σε αυτή την κατάσταση.
Επιπλέον, ακόμη και αναλύοντας τα στατιστικά στοιχεία των τελευταίων χρόνων, μπορούμε να δούμε πως η υποτιθέμενη αύξηση της «ανήλικης παραβατικότητας» έχει συντελεστεί ήδη από το 2010 και μετά. Από τότε, τα νούμερα είναι σχεδόν στάσιμα, ακόμη και πτωτικά το 2021, με τις δύο περιόδους του εγκλεισμού, που επιβλήθηκαν επί COVID-19. Φαίνεται, έτσι, πως παρουσιάζονται πιο ποιοτικά, παρά ποσοτικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τη βία των ανηλίκων. Είναι, λοιπόν, αναγκαία και ομολογουμένως αυτονόητη η συσχέτιση μεταξύ της «όξυνσης των παραβατικών συμπεριφορών» των εφήβων και της επιδείνωσης του επιπέδου διαβίωσής τους.».
Συνεχίζοντας, η κ. Τσιτούρα επισήμανε πως: «Το σύνθετο φαινόμενο της ανήλικης βίας δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από το ευρύτερο περιβάλλον, μέσα στο οποίο εκδηλώνεται. Οι συμπεριφορές των νέων, είτε εκφράζονται μέσα από συγκρούσεις είτε μέσα από άλλες μορφές «παραβατικότητας», δεν είναι τίποτε άλλο παρά αντανάκλαση της σκληρής και αβέβαιης πραγματικότητας, που βιώνουν καθημερινά. Η κοινωνία, στην οποία μεγαλώνουν, με τις ανισότητες, την ανασφάλεια και τη διάχυτη βία, θέτει τα θεμέλια για τις συμπεριφορές, που αργότερα στιγματίζονται ως προβληματικές. Αντί να περιοριζόμαστε σε μια αποσπασματική και τιμωρητική προσέγγιση, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: ποια είναι τα πρότυπα που τους μεταδίδονται, ποιες συνθήκες διαμορφώνουν αυτές τις συμπεριφορές και πώς η κυρίαρχη ιδεολογία τούς ωθεί να εγκλιματιστούν στη βαρβαρότητα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος;
Η καθημερινότητα των νέων, λοιπόν, συναποτελείται από την οικονομική ανασφάλεια, που βαραίνει τα λαϊκά σπίτια, ένα εκπαιδευτικό σύστημα σε αποδόμηση, την αβέβαιη μελλοντική προοπτική, αλλά και την πλήρη εμπορευματοποίηση κάθε πτυχή της ζωής μας. Παράλληλα, η κυρίαρχη ιδεολογία προωθεί τον ατομικό δρόμο και τον ανταγωνισμό ως μοναδικές επιλογές επιβίωσης, ενισχύοντας την αποξένωση, αλλά και την προσπάθεια διάλυσης κάθε συλλογικής διεκδίκησης. Όταν οι νέοι επιχειρούν να αμφισβητήσουν αυτή την πραγματικότητα, να σταθούν πλάι στον διπλανό τους και να αγωνιστούν ενάντια στις ρίζες της καταπίεσης, το σύστημα τούς καταστέλλει και τους φιμώνει, επιχειρώντας να διατηρήσει αλώβητη τη σαθρή δομή του. Όμως, η ανάγκη για έναν κόσμο δίκαιο, ανθρώπινο και συμπεριληπτικό, παραμένει ζωντανή, διαψεύδοντας τη λογική της υποταγής.
Ειδικότερα, η ακραία φτώχεια και η ανεργία, που μαστίζουν τα πιο φτωχά τμήματα της κοινωνίας, το δυσβάσταχτο οικονομικό φορτίο που σηκώνουν οι περισσότερες οικογένειες, καθώς και η ανεξέλεγκτη ακρίβεια σε βασικά αγαθά, συνθέτουν μια ζοφερή πραγματικότητα, στην οποία οι σταθερά χαμηλοί μισθοί δεν επαρκούν ούτε για τις στοιχειώδεις ανάγκες. Όλα αυτά δεν μπορούν παρά να επηρεάζουν βαθιά την ψυχολογία των νέων, εντείνοντας την ανασφάλεια, τον φόβο και την πίεση που βιώνουν. Την ίδια στιγμή, το σύστημα επιλέγει να μεταθέτει την ευθύνη στα ίδια τα θύματα ενοχοποιώντας τα ακόμη περισσότερο. Έτσι, οι γονείς των ανήλικων «παραβατών» στοχοποιούνται και απειλούνται με βαριές ποινές, ακόμη και φυλάκιση, ιδιαίτερα όταν ανήκουν στα πιο ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας: πρόσφυγες/ισσες, μετανάστες/τριες, Ρομά, σεξεργάτριες, κοινωνικά αποκλεισμένοι, γονείς που βιώνουν ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες κ.ά.. Με αυτόν τον τρόπο, το αστικό σύστημα επιχειρεί να συγκαλύψει τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος, αντί να τις αντιμετωπίσει.
Η ευθύνη, λοιπόν, βαραίνει εκείνους, που διαμορφώνουν τις συνθήκες διαβίωσης των οικογενειών και τη σκληρή εργασιακή πραγματικότητα, αναγκάζοντας τους γονείς να εργάζονται εξαντλητικά, με όλο και χειρότερους όρους, συχνά χωρίς σταθερό ωράριο, αξιοπρεπή μισθό και χρόνο για ξεκούραση ή ποιοτικές στιγμές με τα παιδιά τους. Η καθημερινή εξάντληση και η οικονομική ανασφάλεια στερούν από τους γονείς τη δυνατότητα να ανταποκριθούν επαρκώς στον γονεϊκό τους ρόλο, δυσχεραίνοντας την ουσιαστική επικοινωνία, τη συναισθηματική στήριξη και την καθοδήγηση, που χρειάζονται τα παιδιά. Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η πίεση συχνά παίρνει τη μορφή ενδοοικογενειακής έντασης, ψυχολογικής ή σωματικής βίας, παραμέλησης κ.ά., με τα παιδιά να βιώνουν την έλλειψη σταθερότητας και ασφάλειας. Αυτές οι συνθήκες δεν προκύπτουν τυχαία: αποτελούν δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο επιβάλλει εξαντλητικούς ρυθμούς στους εργαζόμενους, αφήνοντας τις οικογένειες να παλεύουν ολοκληρωτικά μόνες τους.
Αξίζει εδώ να αναφερθούμε εν συντομία και στο εγκληματικό νομοσχέδιο, που έφερε καλοκαιριάτικα η κυβέρνηση για τις δημόσιες και δωρεάν δομές ψυχικής υγείας και απεξάρτησης, όπου ουσιαστικά βάζει οριστικό λουκέτο στα δύο μεγαλύτερα ψυχιατρικά νοσοκομεία της Ελλάδας (Ψ.Ν.Α. και Ψ.Ν.Θ.), μη προβλέποντας επ’ ουδενί τη δημιουργία κοινοτικών δομών και υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας. Επιδιώκουν με αυτόν τον τρόπο την πλήρη διάλυση των ήδη υποστελεχωμένων δομών, την ουσιαστική παράδοσή τους στο ιδιωτικό κεφάλαιο, την αντικατάσταση της θεραπευτικής παρέμβασης με αυτή της καταστολής και του εγκλεισμού, και την επικράτηση της εργασιακής επισφάλειας και περιπλάνησης των εργαζόμενων σε διάφορες μονάδες, ακόμη και σε άλλες πόλεις. Το νομοσχέδιο αυτό κινείται ενισχυτικά στην κατεύθυνση της ιατρικοποίησης ψυχοκοινωνικών φαινομένων, όπως η τοξικοεξάρτηση, η ψυχική δυσφορία και η νεανική παραβατικότητα, και περιθωριοποιεί τα πιο ταξικά στρώματα, που επηρεάζονται από αυτά.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από πλήθος ερευνών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα στοιχεία της Eurostat για το 2023, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα παρουσιάζεται 4η ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. σε ποσοστά παιδικής φτώχειας, με το 28,9% των παιδιών να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Έτσι, η «βία των νέων» αποτελεί έναν τρόπο εκτόνωσης της συσσωρευμένης έντασης που αισθάνονται, καθώς οι νέοι δυσκολεύονται, λόγω της ευαίσθητης ηλικίας τους και των αντίξοων συνθηκών που περιγράφηκαν παραπάνω, να τη μετουσιώσουν σε κάτι πιο δημιουργικό. Ταυτόχρονα, αδυνατούν να φανταστούν για τα ίδια μια ολοκληρωμένη αίσθηση εαυτού και μία κοινωνική ταυτότητα, την οποία θα μπορέσουν να κάνουν πραγματική. Η πίεση, ο φόβος και η αγανάκτηση, που βιώνουν στη σύγχρονη εποχή, στρέφεται είτε προς τον εαυτό τους με τη μορφή ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και αυτοτραυματικών συμπεριφορών, είτε προς τους συμμαθητές/τριες τους με διάφορες μορφές εκφοβισμού, ιδιαίτερα σε εκείνα τα παιδιά, που έχουν εναλλακτικές των κυρίαρχων ταυτότητες φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, και σε μειονοτικές ομάδες.».
Κατόπιν, η κ. Τσιτούρα τόνισε πως: «Η ευθύνη του κυρίαρχου πολιτικού λόγου και των θεσμών του είναι τεράστια, καθώς αναπαράγουν συνεχώς σεξιστικά, ρατσιστικά και άλλα στερεότυπα, χαρακτηρίζοντας τους πρόσφυγες/ίσσες και μετανάστες/τριες ως «απειλή», προβάλλοντας την πυρηνική οικογένεια ως τη μόνη «φυσιολογική» μορφή οικογένειας κ.ά.. Επομένως, ένα εκμεταλλευτικό και άδικο σύστημα, που αναπαράγει και νομιμοποιεί τη βία του ισχυρού, μαθαίνει στα παιδιά να «μιμούνται» κακοποιητικές συμπεριφορές. Έτσι, ορισμένες φορές τα παιδιά, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε μια κοινωνία που προάγει τον ατομισμό και την απόρριψη και να καλύψουν βασικές τους ανάγκες εντάσσονται σε ομάδες με στενούς δεσμούς αλληλεξάρτησης, τις λεγόμενες «συμμορίες». Μέσα από αυτές τις ομάδες αναζητούν αναγνώριση, αποδοχή και ασφάλεια, ενώ, ταυτόχρονα, προσπαθούν να αναπληρώσουν τη χαμένη αίσθηση της συλλογικότητας, επικυρώνοντας τη θέση τους στον κόσμο γύρω τους.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, μαζί με την εκρηκτική αύξηση της χρήσης των social media, του Internet, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και των μουσικών πλατφορμών, έχουν αλλάξει πλήρως τον τρόπο κοινωνικοποίησης και ψυχαγωγίας της νεολαίας, η οποία έρχεται σε επαφή με όλα αυτά τα μέσα σε ολοένα και νεαρότερη ηλικία. Ιδιαίτερα, οι πλατφόρμες τύπου TikTok αποτελούν μια σύγχρονη μάστιγα, όπου κυριαρχεί ένας ατελείωτος καταιγισμός μερικής και συχνά ανακριβούς πληροφορίας, ένας διαγωνισμός για το πιο «σοκαριστικό» βίντεο, εκείνο που θα καταφέρει να τραβήξει την προσοχή μας για λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα. Το περιεχόμενο αυτών των πλατφορμών προάγει την ατομική κουλτούρα και ανέλιξη, φετιχοποιεί το χρήμα και τα υλικά αγαθά, ενώ, παράλληλα, «κανονικοποιεί» τη βία κ.ά..
Παράλληλα, η συμμετοχή σε αθλητικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες μετατρέπεται σε προνόμιο για λίγους, καθώς κυριαρχεί η κουλτούρα της θέασης του επαγγελματικού αθλητισμού εις βάρος του ερασιτεχνισμού, της κατανάλωσης εις βάρος της δημιουργίας. Αυτή η πραγματικότητα αποδυναμώνει όλο και πιο έντονα το βίωμα και αντικαθιστά το συναίσθημα με την αίσθηση της γρήγορης ικανοποίησης. Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται μια συνεχόμενη πίεση, άγχος για ανταγωνισμό και προσωπική επιτυχία, και μειώνεται η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση των παιδιών. Αυτά τα συναισθήματα συχνά οδηγούν σε ματαίωση ή παραίτηση, καθώς νιώθουν ότι δεν γίνονται κατανοητά, με αποτέλεσμα να αποξενώνονται ή να έρχονται σε σύγκρουση με το περιβάλλον τους.».
Ακολούθως, η κ. Τσιτούρα ανάφερε πως: «Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην εξέλιξη των νέων διαδραματίζει και το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο ειδικά τα τελευταία χρόνια βιώνει την πλήρη υποτίμηση και εγκατάλειψη από όλες τις κυβερνήσεις ανεξαιρέτως. Οι συγχωνεύσεις τμημάτων, τα χιλιάδες κενά σε θέσεις εκπαιδευτικών, η τράπεζα θεμάτων, το εθνικό απολυτήριο, η Ε.Β.Ε., οι αξιολογήσεις και μια σειρά αντιδραστικών αναδιατάξεων στον χάρτη της εκπαίδευσης δημιουργούν στρες, ανασφάλεια, ενοχή και απόγνωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στα παραπάνω αποτελεί και το νέο νομοσχέδιο για την ίδρυση 22 «Δημόσιων Ωνάσειων Σχολείων» σε όλη χώρα για τη δήθεν υποστήριξη των κοινωνικά ευάλωτων περιοχών. Τα σχολεία αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ακόμα ένα βήμα προς την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης, αφού η εισαγωγή των μαθητ(ρι)ών θα πραγματοποιείται μέσω εξετάσεων και η επιλογή των εκπαιδευτικών θα γίνεται με αυστηρά κριτήρια, αντίστοιχα με αυτά των πρότυπων σχολείων. Από την ανακοίνωση κιόλας του νομοσχεδίου πραγματοποιήθηκαν και συνεχίζονται ακόμη κινητοποιήσεις, συσκέψεις, καταλήψεις κ.ά. από όλη την εκπαιδευτική κοινότητα, εκφράζοντας την εναντίωσή τους στη μετατροπή των σχολείων αυτών σε Ωνάσεια. Είναι φανερό πως οι πολιτικές των Ε.Ε., Ο.Ο.Σ.Α. και άλλων υπερεθνικών οργανισμών δείχνουν ότι η δημόσια και δωρεάν παιδεία θα θυσιάζεται στον βωμό του κέρδους των ιδιωτών, των πολεμικών εξοπλισμών, της εμπορευματοποίησης κ.ά.. Εκπαίδευση, λοιπόν, μόνο κατ’ επίφαση δημόσια και δωρεάν, πλήρως προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των άμεσων αναγκών του κεφαλαίου, από την οποία, μάλιστα, αποκλείονται πολυτρόπως τα πιο ταξικά και ευάλωτα κομμάτια της κοινωνίας.
Το σημερινό σχολείο, υπό τις κατευθύνσεις της κυβέρνησης και του Υπουργείου Παιδείας, αδιαφορεί για τις ατομικές κλίσεις των παιδιών, στιγματίζει και κατηγοριοποιεί μαθητές και μαθήτριες ως «προβληματικούς» ή «τεμπέληδες», αντιμετωπίζει με ίσους όρους παιδιά που προέρχονται από άνισες συνθήκες, επιβάλλει αυστηρές ποινές, καταστολή και πειθαρχικές διώξεις. Όλα αυτά δυναμώνουν την αίσθηση αδικίας και την οργή των νέων, ενώ αντί να αναπτύσσει ολοκληρωμένα τα παιδιά, επικεντρώνεται στη μονομερή καλλιέργεια δεξιοτήτων και χαρακτηριστικών προσωπικότητας, που θα διαμορφώνουν νέους αποδοτικούς και ανταγωνιστικούς, με στόχο την «ομαλή» τους ένταξη στη σύγχρονη αγορά εργασίας. Παράλληλα, στοχοποιούν γονείς, μαθητές/τριες και εκπαιδευτικούς για να επιβάλλουν τον αυταρχισμό και τον έλεγχο πάνω τους. Αυτές οι πολιτικές αλλοιώνουν τη δομή, τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο του δημόσιου σχολείου, μπλοκάροντας την ανάπτυξη της συνείδησης και της κριτικής σκέψης των παιδιών. Είναι ξεκάθαρο ότι τα μέτρα αυτά δεν προσφέρουν κανένα ευεργετικό εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, καθώς καμία μορφή βίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με περαιτέρω βία, τιμωρίες και αυστηρές ποινές.
Η κοινωνική και οικονομική ανισότητα, ο διχασμός μεταξύ των φτωχών και καταπιεσμένων, καθώς και η πολιτική της βίας, που ασκείται στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, επιδρούν άμεσα και έμμεσα στον ψυχισμό των παιδιών. Το φαινόμενο της νεανικής «παραβατικότητας», λοιπόν, συνδέεται με τον τρόπο που το παιδί νοηματοδοτεί τη θέση του στον κόσμο και την αξία του μέσα σε αυτόν.» και ολοκλήρωσε την ενδιαφέρουσα ομιλία της λέγοντας πως: «Είναι ανάγκη να παλέψουμε στη βάση μιας ολιστικής προσέγγισης για την παροχή μιας δημόσιας και δωρεάν, ενιαίας και ολόπλευρης μόρφωσης, για μία παιδεία απελευθερωτική στο ύψος των πραγματικών αναγκών των παιδιών. Μία παιδεία χωρίς ταξικούς φραγμούς, που θα καλλιεργεί την προσωπικότητα, τη δημιουργικότητα, την κριτική σκέψη, την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και τα ενδιαφέροντά τους, βασισμένη στις αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και της συμπερίληψης. Μια παιδεία, που θα διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταπιεσμένων παιδιών, για μια κοινωνία στην οποία όλα ανεξαιρέτως θα μπορούν να ζουν ελεύθερα, χωρίς καταπίεση, με βάση τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όνειρά τους.». (Την εισαγωγή του κ. Δήμα και ολόκληρη την ομιλία της κ. Τσιτούρα μπορείτε να παρακολουθήσετε πατώντας ΕΔΩ)

Αμέσως μετά, τον λόγο έλαβε ο Ψυχίατρος, Διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, κ. Γιώργος Νικολαΐδης, ο οποίος, αφού αναφέρθηκε εν συντομία στο ιστορικό ίδρυσης, λειτουργείας και δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, είπε, μεταξύ άλλων, πως: «Ένα παιδί, που ασκεί βία, τείνουμε να το βλέπουμε ως τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο, παρά ένα παιδί, που αν μη τι άλλο έχουμε παραμελήσει εμείς οι ίδιοι, και κάπως να του δώσουμε διαφορετικές διεξόδους, να το πλαισιώσουμε, να το υποστηρίξουμε διαφορετικά, δίνοντας κάποια άλλη διέξοδο. Δηλαδή, για εμάς, η βία από τα παιδιά δεν είναι παρά μια υποπερίπτωση της παραμέλησης των παιδιών, της βίας που έχουνε και της αποστέρησης των παιδιών από τα βασικά που χρειάζονται.», προσθέτοντας με βάση την εμπειρία του πως: «Οποτεδήποτε ένα παιδί ασκεί βία, πάντα υπάρχει μια ιστορία από πίσω, και εναπόκειται σε μας αν έχουμε τα κουράγια και τη διάθεση να μπούμε στον κόπο να τη μάθουμε, να μάθουμε το γιατί, το πώς έφτασε ένα παιδί να ασκεί βία ή απλώς μας ενδιαφέρει να «πετάξουμε» το πρόβλημα κάπου παραπέρα. Και το λέω αυτό, σε εισαγωγικά, γιατί πάρα πολύ συχνά στα σχολεία η συζήτηση που διεξάγεται, και σε αυτό δεν φταίει μόνο το Υπουργείο, φταίνε όλοι κατά κάποιον τρόπο, που μετέχουνε και ως μέρος του προβλήματος και δυνητικά ως μέρος της λύσης. Έτσι; Και εκπαιδευτικοί και γονείς, πάρα πολύ συχνά, οποτεδήποτε ένα παιδί ασκεί βία, παραβατεί ή είναι διαταρακτικό ή… χρησιμοποιείστε ό,τι επιθετικό προσδιορισμό θέλετε, το πρώτο πράγμα που σκεφτόμαστε είναι: μακριά από μένα, κάπως να το διώξουμε μακριά, να μην χρειαστεί να μπούμε σ’ αυτόν τον κόπο και να καταλάβουμε γιατί αυτό το παιδί χτυπάει, κλωτσάει, κάνει διάφορα. Αν δεν μπούμε σ’ αυτόν τον κόπο, πρακτικά, ό,τι και να πούμε, θα καταλήξουμε στην καταστολή. Δηλαδή, άπαξ και δεν μπούμε στον κόπο να καταλάβουμε γιατί ένα παιδί φτάνει και είναι επιθετικό, είναι βίαιο, είναι παραβατικό, τότε η μόνη λύση διαχείρισης στο τέλος-τέλος της ημέρας θα καταλήξει κάπως να καταστείλουμε την εκδήλωση του φαινομένου, που μας ενοχλεί. Και δεν θα είναι εύκολο να βρούμε άλλον τρόπο. Ο άλλος τρόπος, υποστηρίζω, υπάρχει μόνο αν μπούμε στον κόπο να καταλάβουμε το πώς και το γιατί. Αυτό και σε συλλογικό επίπεδο και σε ατομικό. Αλλά και σε ατομικό, γιατί μέχρι να αλλάξουνε τα ευρύτερα συστήματα, τα νομολόγια και οι ορίζοντες, θα πρέπει κάπως να ζήσουμε σ’ αυτό το πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο. Και στο επίπεδο, λοιπόν, της ατομικής περίπτωσης, αν δεν μπούμε στον κόπο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι στο καλό συμβαίνει και ένα παιδί είναι έτσι, πιθανότατα δεν θα έχουμε κανένα όπλο, παρά μόνο ή να φύγει από μπροστά μου, δείτε την ευκολία με την οποία συζητάνε πια οι σύλλογοι διδασκόντων το μέτρο της αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος, είτε τα αντίστοιχα φαινόμενα από την πλευρά των γονέων ή των μαθητών.».
Συνεχίζοντας, ο κ. Νικολαΐδης επισήμανε πως: «Τώρα, προφανώς, το είπε και η προλαλήσασα πολύ σωστά, και για να μην επαναλαμβάνω τα ίδια, ζούμε σε μία περίοδο, που, τουλάχιστον, τα τελευταία δύο χρόνια, όπου και να ανοίξεις δελτίο ειδήσεων κ.τ.λ., κάθε τρεις και λίγο παίζονται τα περιστατικά της ανήλικης βίας και παραβατικότητας, και παίζονται με όλους τους κανόνες της επικοινωνιακής τρομολαγνικής διαχείρισης. Αλμπινόνι, πίσω, ως μουσικό χαλί, εικόνες από κηλίδες αίματος στο πάτωμα ή στους τοίχους, οι οποίες περνάνε ξανά και ξανά στο πλάνο, που δείχνει η τηλεόραση, για να εμπεδωθεί στο μάτι του τηλεθεατή ότι εδώ χύνεται αίμα, ύφος και τόνος από τους δημοσιογράφους, τους παρουσιαστές, ανάλογος. Καταλαβαίνετε ότι στήνεται αυτό. Πολύ συχνά γίνεται και από επίσημα χείλη και μία λαθροχειρία όσον αφορά τα αντικειμενικά στοιχεία. Λέγεται πάρα πολύ, με μεγάλη ευκολία, ότι υπάρχει έκρηξη, αύξηση, διάφορα τέτοια, φράσεις που χρησιμοποιούνται της αντίληψης της παραβατικότητας στην Ελλάδα. Και, μάλιστα, κατά στιγμές αυτό έχει «τεκμηριωθεί», παρουσιάζοντας συγκλίσεις στα νούμερα της επίσημης ανήλικης παραβατικότητας, δηλαδή, των περιστατικών εγκλημάτων με δράστες ανηλίκους, που συνελήφθησαν, προσήχθησαν, κυρίως συνελήφθησαν, γιατί αυτά είναι που καταγράφονται. Οι προσαγωγές από μόνες τους δεν καταγράφονται από την Ελληνική Αστυνομία, συγκρίνοντας τα στοιχεία του ’24 τώρα, του ’23 παλαιότερα, και του ’22, με τα παλαιότερα στοιχεία του ’20 και του ’21. To λέω αυτό γιατί το έκανε σε συνέντευξη Τύπου και η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. κάποια στιγμή. Το κάνουν, επίσης, και το αναπαράγουν και καλά κάποιοι σοβαροί επιστήμονες και, μάλιστα, και μερικοί που διατείνονται ότι είναι στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Και σε γραπτά τους κείμενα. Το πρόβλημα είναι ότι κανένας δεν σκέφτεται ότι το ’20 και το ’21, λόγω κορωνοϊού, η ελληνική κοινωνία, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές, ήταν σε καραντίνα. Και ως εκ τούτου, όλα τα εγκλήματα, που διεξάγονται στον δημόσιο χώρο, ήταν μειωμένα, είτε μετράς στους ανηλίκους, είτε μετράς στους ενηλίκους. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τα βίαια εγκλήματα, ισχύει για όλα τα εγκλήματα, που λαμβάνουν χώρα στον δημόσιο χώρο. Τα μόνα εγκλήματα, που το ’20 και το ’21 ήταν αυξημένα, ήταν η ενδοοικογενειακή βία.».
Ακολούθως, ο κ. Νικολαΐδης αναφέρθηκε και σε άλλα χαρακτηριστικά παραδείγματα λαθροχειρίας στατιστικών δεδομένων, προκειμένου να αποδειχθεί μεγάλη αύξηση της βίας ανηλίκων, για διάφορους λόγους, και συνέχισε λέγοντας πως: «Αν δείτε τη διαχρονική εξέλιξη των κρουσμάτων ανήλικης παραβατικότητας στην Ελλάδα, ανά εκατό χιλιάδες, περίπου, την τελευταία δεκαετία, αυτό που θα διαπιστώσουμε είναι ότι η διαχρονική εξέλιξη, με βάση πάλι τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, δεν είναι τίποτε άλλα στοιχεία αυτά, ήταν η εξής: Υπήρξε μια αύξηση, η οποία συντελέστηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης των μνημονίων. Από το 2009, 2010, 2011 και 2012, 2013, 2014, αρχίζει μία σταθεροποίηση, και μετά αρχίζει μια πτώση. Φυσικά, ο αριθμός πέφτει κατακόρυφα το 2020 και το 2021, λόγω καραντίνας, όπως είπαμε, και αμέσως μετά διορθώνεται το νούμερο στα προηγούμενα επίπεδα, τα προ της καραντίνας, χωρίς καν να τα ξεπερνάει, ας πούμε, τουλάχιστον, μέχρι τα τώρα. Αυτό είναι η εξέλιξη των επίσημων στοιχείων της ΕΛ.ΑΣ.. Τώρα, γιατί διαλέγει η ΕΛ.ΑΣ. να προβάλει ένα άλλο πράγμα, πάλι αυτό έχει να κάνει με αυτά που λέγαμε. Ωστόσο, τα επίσημα στοιχεία των Αστυνομιών ή των Εισαγγελιών ή των Δικαστηρίων, σε αυτά τα πράγματα της ανήλικης παραβατικότητας, δεν εννοούν την αλήθεια, γιατί επηρεάζονται από διάφορα πράγματα. Σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης, τουλάχιστον, στις ανεπτυγμένες χώρες, στις αναπτυσσόμενες παίζει λίγο διαφορετικά, στις ανεπτυγμένες χώρες, τα στοιχεία της ανήλικης παραβατικότητας των Αστυνομιών διαμορφώνονται, κυρίως, από δύο ειδών αδικήματα. Το ένα είναι αδικήματα του νόμου περί ναρκωτικών, κυρίως όσον αφορά τα λεγόμενα «μαλακά» ναρκωτικά, δηλαδή, χασίσι και τέτοια, ο έφηβος που πιάνεται με δύο τσιγαριλίκια, και η δεύτερη κατηγορία, που είναι μεγάλο μέρος του αριθμού των αδικημάτων της ανήλικης παραβατικότητας είναι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Ο έφηβος, που οδηγάει χωρίς δίπλωμα, χωρίς κράνος μηχανάκι κ.τ.λ.. Αν βγάλεις αυτά, αυτά που μένουν είναι πάρα πολύ λίγα. Ως εκ τούτου, ο όλος αριθμός επηρεάστηκε πάρα πολύ από το αν η Αστυνομία είναι πολύ αυστηρή σε αυτά τα δύο πράγματα σε κάθε χώρα και σε κάθε χρονική στιγμή.».
Στη συνέχεια, ο κ. Νικολαΐδης αναφέρθηκε στη διαδικτυακή παραβατικότητα ανηλίκων, καθώς και στην αντιμετώπιση της ανήλικης βίας στα Αμερικανικά σχολεία, και ακόμη τόνισε πως: «Λέω, λοιπόν, ότι υπάρχει ο κίνδυνος σε μια κοινωνία, πιστεύοντας ότι το πρόβλημα είναι τα παιδιά μας και πώς θα τα αντιμετωπίσουμε με την καταστολή, την αυστηροποίηση και τον έλεγχο, την επιτήρηση, να επενδύσουμε σε τέτοιες τεχνολογίες, αυτά να κάνουν χειρότερα τα πράγματα και να παράξουν ακόμη περισσότερη βία, εκεί που δεν υπάρχει κιόλας. Βλέποντας την περισσότερη βία να νομίσουμε ότι αυτό που πάει στραβά δεν είναι η απόφασή μας, αλλά δεν έχουμε αρκετή τεχνολογία επιτήρησης και ασφάλειας, και να επενδύσουμε σε ακόμη περισσότερη καταστολή, να κάνουμε ακόμη χειρότερα τα πράγματα, και έτσι να παγιδευτούμε σε ένα αρνητικό σπιράλ, που θα κάνουμε συνέχεια τα πράγματα χειρότερα και ολοένα χειρότερα…».
Ακόμη, ο κ. Νικολαΐδης αναφέρθηκε στο τι έχει βιώσει στη ζωή του ο σημερινός έφηβος (οικονομική κρίση, πανδημία, πολέμους κ.λπ.), τόνισε πως εμείς υπονομεύσαμε τη ζωή τους, διευκρίνισε πως: «Σε γενικές γραμμές, η ίδια φιλοσοφία είναι αυτή που μπορεί να αντιμετωπίσει και την εκφοβιστική και την ομοσχολική βία εν γένει. Και το λέω αυτό γιατί, ειδικά για την εκφοβιστική βία στα σχολεία, το λεγόμενο «μπούλινγκ», έχει γίνει και πολύ μεγάλη σπέκουλα όχι μόνο από το Υπουργείο Παιδείας, εσχάτως, γενικά τώρα το έχει λίγο μασήσει το παραμύθι και ο κόσμος, και ειδικά τώρα, όχι τώρα-τώρα αυτά τα χρόνια, λίγο πιο πριν, με το που έπεφτε μία σφαλιάρα σε ένα σχολείο αρχίζαμε και ανακράζαμε όλοι μαζί: «Έχουμε κρούσματα «μπούλινγκ» και έχουμε κρούσματα «μπούλινγκ», τι θα κάνουμε…», και φωνάζαν και την Αστυνομία, λες και τι θα κάνει η Αστυνομία, θα μπει μία φορά, θα χωρίσει τον κόσμο. Κάθε περιστατικό, που ο Γιωργάκης πλακώνεται με τον Κωστάκη στο ξύλο, δεν είναι εκφοβιστική βία, δεν είναι «μπούλινγκ». Τα παιδιά πλακώνονται από τότε που υπάρχουν παιδιά. Και είναι μέρος του ρόλου και της ευθύνης των ενηλίκων, που έχουν τη φροντίδα τους, είτε ως γονείς είτε ως εκπαιδευτικοί στον χώρο των σχολείων, είτε ως άλλοι επαγγελματίες, δεν ξέρω τι, να μπούμε μέσα, να τα χωρίσουμε, να αποδώσουμε δίκαιο, να πούμε ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Μερικές φορές, η ευκολία με την οποία απλώς πανικοβαλλόμαστε και λέμε: «Α, έχουμε «μπούλινγκ», δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, να φωνάξουμε την Αστυνομία, ξέρω ‘γω, τον Κοινωνικό Λειτουργό, τον Ψυχολόγο», εν είδει συμπεριφορικής Αστυνομίας, ράμπο, κάπως να κάνει τα παιδιά να είναι ήσυχα, νομίζω ότι είναι σαν να μας ορίζει αυτός ο ρόλος του ενήλικα, που θα πει στο παιδί τι πρέπει και τι δεν πρέπει.», και ακόμη συμπλήρωσε πως: «Ο Γιωργάκης, που πλακώνεται με τον Κωστάκη, αντιμετωπίζεται με το να έχουμε ενηλίκους, που να τα χωρίζουν και να λένε: «Εσύ έχεις δίκιο, εσύ έχεις άδικο.». Αν αυτός ο ρόλος μας ζορίζει, δεν θα βρεθεί κανένας άλλος τρόπος.», ενημέρωσε σχετικά με το τι λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για πώς ορίζεται το «μπούλινγκ», επισημαίνοντας πως: «Το «μπούλινγκ» είναι μια άσκηση εξουσίας, κυριαρχίας.», τόνισε πως: «Η ουσιαστικότερη, όμως, απάντηση στο «μπούλινγκ» είναι το δημοκρατικό και συμπεριληπτικό σχολείο. Το σχολείο, που μαθαίνεις τα παιδιά ότι είμαστε μια κοινότητα. Και κοινότητα σημαίνει δικαιώματα, σημαίνει και δικαιώματα υπέρ των αδυνάτων, και σημαίνει πως όλη η κοινότητα προασπίζει, πρωτίστως, τα δικαιώματα των αδυνάτων, όταν πάει να τα παραβιάσει ένας ισχυρός.» και ολοκλήρωσε λέγοντας πως: «Τελευταίο, και κλείνω οριστικά, είναι το εξής: Εμένα, αυτό που με φοβίζει σε όλη αυτή τη συγκυρία τα τελευταία δύο χρόνια, που μιλάμε και ξαναμιλάμε και ξανά ματά μιλάμε για την παραβατικότητα και τη βία από τα παιδιά, είναι ότι δεν μιλάμε για τη βία προς τα παιδιά. Και αυτή είναι το μεγαλύτερο θέμα, πολύ πιο ζόρικο, και γι’ αυτό πρέπει όντως κάτι να κάνουμε, μόνο που αυτό κάνουμε πως δεν υπάρχει, κάνουμε πως δεν το βλέπουμε. Με βάση και τις δικές μας έρευνες, περίπου, τρία στα τέσσερα παιδιά στην Ελλάδα θα έχουνε μία, τουλάχιστον, εμπειρία σωματικής βίας μέχρι να ενηλικιωθούν. Από αυτά, περίπου, 1 στα 19, 1 στα 20, 5,5%, οι εμπειρίες αυτές θα είναι πολλαπλές. Δηλαδή, στο αντίστοιχο ερωτηματολόγιο, που τους κάναμε, μας απαντούσανε θετικά σε πάνω από εφτά διαφορετικές ερωτήσεις, στην ερώτηση για τη σωματική βία και στην ερώτηση αν σε έχουν χτυπήσει με το χέρι, και σε έχουν χτυπήσει με αντικείμενο, και σε έχουν κάψει με καυτό νερό, καυτό λάδι, καυτό σίδερο, έχουμε 5,5%, 1 στα 19 στα 20 παιδιά. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εκπαιδευτικός, που μπαίνει σε ένα σχολικό τμήμα στην Ελλάδα, από κάτω η τάξη έχει ένα, τουλάχιστον, παιδί, που τρώει πολύ ξύλο. Σημαίνει, επίσης, ότι ο καθένας, η καθεμιά μας εδώ μέσα, αν το καλοσκεφτείτε, 20 παιδιά στον προσωπικό σας και οικογενειακό σας κύκλο το ξέρετε αυτό. Ένα από τα παιδιά, που ξέρετε, τρώει πολύ ξύλο. Μπορεί να ξέρετε ποιο είναι, να υποψιάζεστε ή και να μην το ξέρετε. Αντίστοιχα νούμερα για τη σεξουαλική: 16,5% των παιδιών, μας είπαν ότι είχαν μία, τουλάχιστον, ανεπιθύμητη σεξουαλική εμπειρία μέχρι να γίνουν 18. 7,6%, δηλαδή, τα μισά, περίπου, από αυτά, είχαν και επαφή του σώματος. Δεν ήταν, δηλαδή, σε βγάζω φωτογραφία στα αποδυτήρια, στη γυμναστική, και το αναρτώ στο διαδίκτυο. Μολονότι κι αυτά, που θεωρούνται πιο «λάιτ» ως μορφές, από τα παιδιά, ειδικά όταν έχουν δημόσια έκθεση, βιώνονται ως πάρα πολύ δραματικά και φτάνουν σε απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονίες παιδιών. 3,1% των παιδιών μας είπαν ότι έχουν μία εμπειρία βιασμού ή απόπειρας βιασμού μέχρι να ενηλικιωθούν. Ένα στα 32-33 παιδιά. Αυτό πάλι σημαίνει, αν το δείτε αντιπροσωπευτικά, είναι τυχαίο δείγμα αντιπροσωπευτικό, που γίνεται στην ελληνική επικράτεια, σημαίνει ότι κάθε φορά, που ένας εκπαιδευτικός σε ένα τμήμα, που μπορεί να έχει 27 και 28 παιδιά, οι πιθανότητες είναι ότι ένα από αυτά τα παιδιά, που βλέπει κάτω την τάξη, είτε ήδη έχει είτε θα αποκτήσει, μέχρι να γίνει 18 χρονών, μία εμπειρία βιασμού ή απόπειρας βιασμού. Αν το καλοσκεφτείτε, καθένας ή καθεμιά σας και 30 παιδιά ξέρετε στον προσωπικό σας κύκλο. Ένα από αυτά τα παιδιά μέχρι να ενηλικιωθεί θα έχει μία τέτοια εμπειρία.
Το ίδιο χρονικό διάστημα, που κάναμε αυτή την έρευνα, είχαμε πάει σε όλους τους φορείς και τις υπηρεσίες, που δυνητικά θα μπορούσαν να λάβουνε γνώση μιας καταγγελίας ότι ένα παιδί κακοποιείται. Και όταν λέω φορείς, δεν εννοώ μόνο τους φορείς απονομής Δικαιοσύνης και εφαρμογής του νόμου, δηλαδή, Αστυνομία, Δικαστήρια, Εισαγγελείς. Είχαμε πάει και σε κοινωνικές υπηρεσίες και σε υπηρεσίες Υγείας, σωματικής υγείας, ψυχικής υγείας, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις παιδικής προστασίας, το τηλέφωνο του «Χαμόγελου» και άλλες τηλεφωνικές γραμμές, στον Συνήγορο του Παιδιού, σε όλους όσοι θα μπορούσανε δυνητικά να λάβουνε γνώση μιας καταγγελίας. Η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Θυμηθείτε, σωματική βία, στα τέσσερα παιδιά είναι μία, τουλάχιστον, εμπειρία τέτοια. 5,5% πολλές τέτοιες. Όλοι οι φορείς μαζί ξέραμε περιστατικά σωματικής κακοποίησης, που αντιστοιχούσανε στο 0,14% του πληθυσμού των παιδιών, στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές και στις ίδιες ηλικιακές κατηγορίες, που κάναμε την έρευνα. Σεξουαλική βία 16,5%, μία, τουλάχιστον, ανεπιθύμητη εμπειρία, 7,6% με σωματική επαφή, 3,1% βιασμός-απόπειρα βιασμού. Όλοι μαζί οι φορείς ξέραμε περιστατικά, που αντιστοιχούσανε στο 0,7% του παιδικού πληθυσμού. Αυτά, αν τα σκεφτούμε λίγο σε μαθηματικούς όρους, σημαίνουν ότι για κάθε περιστατικό, που μαθαίνει οποιοσδήποτε επαγγελματίας, υπηρεσία ή φορέας, σωματικής κακοποίησης, υπάρχουνε, τουλάχιστον, άλλα 40 περιστατικά, που δεν θα τα μάθει ποτέ κανένας. Αντιστοίχως, στη σεξουαλική, για κάθε τέτοιο περιστατικό υπάρχουν άλλα 100, που δεν θα μάθει τίποτε κανένας. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα με τη βία και τα παιδιά. Γι’ αυτό θα χρειαζόταν να υπάρχουν μέτρα και πολιτικές. Και υποπερίπτωση μιας τέτοιας εθνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της βίας προς τα παιδιά θα μπορούσε να είναι το τι κάνουμε για τα παιδιά που παραβατούν και πώς τα πλαισιώνουμε για να ξαναβρούν τον βηματισμό τους και να μην πάνε στο ποινικό έγκλημα ή εκεί που θα τους σπρώξουν αυτές οι αναποτελεσματικές πολιτικές.». (Ολόκληρη την ομιλία του κ. Νικολαΐδη μπορείτε να την παρακολουθήσετε πατώντας ΕΔΩ και ΕΔΩ)

Η σημαντική αυτή εκδήλωση ολοκληρώθηκε με πλήθος ερωτήσεων, τις οποίες έθεσαν αρκετά άτομα από το παριστάμενο κοινό, στις οποίες απάντησαν οι εκλεκτοί ομιλητές.
