ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (1953)
Στην αρχή και του πιο μικρού διαστήματος του χρόνου ο λαός μας λέει πάντα και μια ωρισμένη ευχή. Στην αρχή της ημέρας λέει «Καλή μέρα», αν και για την ακρίβεια και την ίδια την ημέρα τη διαιρεί σε μικρότερα διαστήματα για τα οποία έχει και τις αντίστοιχες ευχές• καλό πρωί, καλό μεσημέρι, καλό απόγιομα, καλό βράδυ για να τελειώσει με την «καλή νύχτα». Στην αρχή της εβδομάδας, πρωί-πρωί την Δευτέρα, λέει «καλή βδομάδα» και στην αρχή του μηνός «καλό μήνα». Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και στην αρχή της πιο μεγάλης χρονικής περιόδου λέει την ευχή «καλό χρόνο».
(Του Νίκου Σταθάτου, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία», Έτος ΣΤ΄, Τόμος Ενδέκατος, Αθήναι 1 Ιανουαρίου 1953, Τεύχος 118, σελ. 39-40)
Η ευχή αυτή είναι σημαντικώτερη από τις προηγούμενες αφού καθώς είναι φυσικόν ο καλός χρόνος περιέχει όλες τις άλλες μαζί.
Και ακούγεται την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου στις πόλεις και στα χωριά, γλυστράει, φεύγει αυθόρμητα, θαρρεί κανείς από στόμα σε στόμα, και μαζί με τη χαρά γεννάει την παρήγορη ελπίδα ότι ο χρόνος που έρχεται, θα είναι πιο καλός απ’ αυτόν, ου φεύγει, πράγμα για το οποίο ο λαός πολύ συχνά αμφιβάλλει «αφού κάθε πέρυσι και καλύτερα». Εκτός όμως απ’ αυτά την ίδια ευχή θα μας πουν και τα παιδάκια με τα κάλαντα. Σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος, στα νησιά και στην ηπειρωτική πατρίδα μας, την «αρχιμηνιά» και την «αρχιχρονιά» καθώς ονομάζουν την πρωτοχρονιά, θ’ ακουσθή το δημοτικό τραγούδι:
Αρχιμηνιά κι΄ αρχιχρονιά
κι΄ αρχή καλός μας χρόνος
που έχει και μια μικρή συνηθισμένη παραλλαγή την καλύτερη διατύπωση της ευχής:
Αρχιμηνιά κι΄ αρχοχρονιά
Κι αρχή καλός σας χρόνος
Εκτός όμως από την απλήν αυτή ευχή για το νέο χρόνο, ο λαός μας με πολλές άλλες εθιμικές πράξεις προσπαθεί να εξασφαλίση την ευτυχία. Η λαϊκή αυτή αντίληψις μαζί με την άλλη συγγενή ότι η Πρωτοχρονιά προσημαίνει ανάλογα την κατάστασι για ολόκληρο το χρόνο είναι οι δυο πόλοι ανάμεσα στους οποίους περιστρέφονται όλες οι πρωτοχρονιάτικες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, οι συνήθειες και τα έθιμα. Ο Ν.Γ. Πολίτης γράφει επί του σημείου τούτου• (Λαογραφικά Σύμμεικτα τ. Γ΄ σελ. 200): «Των κατά την πρωτοχρονιάν εθίμων τα πλείστα και κυριώτατα απορρέουν εκ της δοξασίας, ότι τότε αποκαλύπτεται η τύχη εκάστου καθ’ όλον το έτος, και καταλλήλως είναι δυνατόν να μεταστραφή αύτη, οιοδήποτε και αν είναι, εις αγαθήν διά τινων συμβολικών πράξεων. Ως τα πρώτα συναπαντήματα και οι πρώτοι οιωνοί κατά την αυγήν εκάστης ημέρας δεικνύουσιν οποία θα είναι η τύχη καθ’ όλην την ημέραν, ούτω και η πρώτη του έτους κατά τας δημώδεις δοξασίας, αποκαλύπτει την καθ’ όλον το έτος τύχην».
Για τους λόγους ακριβώς αυτούς την πρωτοχρονιά προσέχει ο λαός και τις παραμικρότερες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής και τα πιο ασήμαντα συμβάντα, που τις άλλες μέρες του χρόνου δεν βλέπει ή κι αν δη ούτε το σκέφτεται κι ούτε τα υπολογίζει.
Προ παντός η μέρα πρέπει να περάση καλά: Να μην αρρωστήση, να μη λυπηθή, να μη φιλονικήση, να μη ξυπνήση το πρωί αργά, να μην περάση την ημέρα χωρίς να εργασθή έστω και λίγο για το καλό, γενικά δηλ. να μη πάθη κάτι κακό, που θα είναι άσχημο σημείο για ολόκληρο το χρόνο, γιατί όπως «η καλή μέρα φαίνεται απ’ το πρωί» (παροιμία που δεν κλει και μεγάλη αλήθεια), άλλο τόσο κι΄ ο καλός χρόνος φαίνεται απ’ τη πρώτη μέρα του. Κατά συνέπειαν λοιπόν θα προσέξη ο άνθρωπος η Πρωτοχρονιά νάναι γι’ αυτόν μέρα χαράς και ευτυχίας και να δεχθή τον ερχόμενο χρόνο όσο μπορεί καλύτερα για να τον διαθέση ευμενέστερα για το άτομό του και για τους δικούς του.
Σε μερικά μέρη την νύκτα της 31 Δεκεμβρίου προς την 1ην Ιανουαρίου, τη στιγμή που έρχεται ο νέος χρόνος ανοίγουν τα ανατολικά παράθυρα για να τον δεχθούν και να τον καλωσορίσουν από καλό κι΄ ευλογημένο μέρος του σπιτιού. Πίνουν όλοι τ΄ αμίλητο νερό, που βουβές έφεραν οι κόρες του χωριού από την κρυσταλλοπηγή τους και σπάνε πάνω στο πάτωμα ένα ρώδι με την ευχή «όσα σπόρια έχει το ρόιδο, τόσα καλά να χυθούν εις το σπίτι μας τούτο το χρόνο». Εκείνο όμως που προσέχουν περισσότερο είναι ποιον άνθρωπο θα πρωτοδούν την πρωτοχρονιά ή ποιος άνθρωπος θα τους κάμη την πρώτη επίσκεψι. Είναι από τις πιο βαθειά ριζωμένες λαϊκές αντιλήψεις ότι κάθε άνθρωπος έχει την τύχη και τη μοίρα του. Και καθώς αναφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σ. Κυριακίδης (Ελλ. Λαογραφία, Α΄ σελ. 200): «Ο καλότυχος είναι και δια τους άλλους, όθεν προέκυψεν η δοξασία περί καλού ποδαρικού και η συνήθεια να επιζητούν ιδίως κατά την πρωτοχρονιάν ως και την έναρξιν διαφόρων εργασιών ως πρώτην επίσκεψιν την επίσκεψιν ανθρώπων, εχόντων καλό ποδαρικό». Στη Χίο μάλιστα όχι ο πρώτος επισκέπτης αλλά όλοι γενικά οι επισκέπται θα φέρουν στο σπίτι μια βαρειά πέτρα με την ευχή γρήγορα ν’ αποκτήσουν το ίδιο βάρος χρυσάφι. Λένε δε και τα εξής στον Άι-Βασίλη: «Καλή μέρα κυρ Βασίλη• ήφερές μας γερωσύνη; – Κουκκιά, ροβίθια, φασούλια, σιτάρι, ριφάκια, πρόβατα, νυφάδες και το βάρος σας μάλαμα». Το τελευταίο λέγεται γιατί καθώς παρατηρεί ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας, «οι Χιώτες το εμπορικώτατον φύλλον της Ελλάδος και πρακτικώτατον, όλην την ευτυχίαν εις το μάλαμα συγκεντρώνουσι».
Στην ίδια ακριβώς επιθυμία να είναι η Πρωτοχρονιά κι΄ ο χρόνος ευτυχισμένος κάθε μέλος του σπιτιού κατά το κόψιμο της πήττας θα προσπαθήση να βρη το νόμισμα. Η Βασιλλόπηττα ή Αγιοβασιλόπηττα καθώς λέγεται, είναι έθιμο πανελλήνιο με μόνη εξαίρεσι ίσως τη Ζάκυνθο που κόβουν την «κουλούρα» τα Χριστούγεννα. Συνηθίζεται πιο πολύ ιδίως στις πόλεις και βάζουν στη Βασιλόπηττα ένα νόμισμα χρυσό μόνο, ενώ σε άλλα μέρη βάζουν μαζί κι΄ ένα μικρό σταυρό. Στις αγροτικές όμως, γεωργικές ή κτηνοτροφικές περιοχές βάζουν άλλα αντικείμενα πιο σχετικά με τη λατρεία της γης. Έτσι καθώς αναφέρει ο Γ. Καψάλης (Μ. Ε.Ε., τ. ΣΤ΄ σ. 798) «οι γεωργικοί πληθυσμοί Μακεδονίας κρύπτουσιν εντός αυτής μικρόν ξύλινον ομοίωμα μανδριού και άλλοι άλλο». Και καθώς στα χαρτιά, άλλο τόσο κι΄ εδώ δοκιμάζεται η τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Αλλά ένας θα είναι ο τυχερός της ημέρας και της χρονιάς και ο «ευρίσκων το νόμισμα εντός της βασιλόπηττας θα ευτυχήση».
Και άλλοι λαοί, παλαιότεροι και νεώτεροι, έχουν αντίστοιχα ήθη και έθιμα περισσότερο ή λιγώτερο, παράδοξα. Απ’ όλα αυτά μου έκαμε ιδιαίτερη εντύπωση ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο από την περσική λαογραφία. Για το πολύ περίεργο του πράγματος αντιγράφω την αφήγηση καθώς τη βρήκα σ’ ένα παλαιό έντυπο.
«Οι Πέρσαι εώρταζον κατά την αρχαιότητα την πρώτην του έτους κατά τον εξής αλλόκοτον τρόπον: Άμα τη χαραυγή εζύγιζον τον βασιλέα των, και αν το βάρος αυτού ήτο ανώτερον του βάρους του παρελθόντος έτους εγίνοντο δημόσιαι πανηγύρεις και αντήλλασσον ασπασμούς, επίχρυσα αυγά και διάφορα άλλα δώρα. Αν το βάρος του σώματος του βασιλέως ήτο μικρότερον, τότε πένθος και κατήφεια επεκράτει καθ’ όλον το κράτος. Αν όμως ήτο το αυτό, τότε ο καθείς ήτο ελεύθερος να εωρτάση ή να πενθήση κατά τον λόγον των φιλοβασιλικών ή μισοβασιλικών αυτού αισθημάτων».
