Εξαιρετική η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής: «Αφανών Γυναικών» του κ. Ξάνθου Μαϊντά στον Ιωνικό Σύνδεσμο
Το απόγευμα της Τετάρτης 8 Μαρτίου 2023, στον Ιωνικό Σύνδεσμο, πραγματοποιήθηκε μία εξαιρετική παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του καθηγητή Ε.Κ.Π.Α. και ποιητή κ. Ξάνθου Μαϊντά, για την οποία μίλησε με υπέροχο τρόπο ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρολόγος κ. Πολύκαρπος Πολυκάρπου, ο οποίος ανέλυσε κάθε πτυχή των παρουσιαζόμενων ποιημάτων, με τη μεσολάβηση των αναγνώσεών τους από τον ποιητή και την ηθοποιό, σύζυγό του, κ. Σοφία Μάνεση.
Της Παναγιώτας Σούγια
Την εκδήλωση προλόγισε ο Πρόεδρος του Ιωνικού Συνδέσμου, κ. Γιάννης Κοντίτσης, ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων πως: «Αυτή την εκδήλωση, όπως γνωρίζετε οι περισσότεροι, την είχαμε προγραμματίσει για την περασμένη Τετάρτη. Και δεν σας κρύβουμε ότι προβληματιστήκαμε αν θα έπρεπε να γίνει ή όχι λόγω των ημερών, λόγω της γενικής απεργίας που ήταν σήμερα, και της μεγάλης συγκέντρωσης, που είχε προγραμματιστεί σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα για το θέμα του δυστυχήματος στα Τέμπη. Τελικά, αποφασίσαμε να την προχωρήσουμε και από ό,τι φαίνεται καλά κάναμε.
Αυτό δεν σημαίνει πως κι εμείς δεν πενθούμε με όλους τους συμπολίτες μας για το γεγονός που χάθηκαν τόσο πολλά νέα παιδιά, δεν σημαίνει ότι δεν διαμαρτυρόμαστε, δεν σημαίνει ότι δεν συμπαραστεκόμαστε στις οικογένειες των παιδιών.» και ακόμη είπε πως: «Αγαπητός φίλος ο Ξάνθος, θα μας παρουσιάσει ένα καινούργιο βιβλίο, μια ποιητική συλλογή. Ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου, η Σοφία Μάνεση και ο Ξάνθος Μαϊντάς είναι άνθρωποι που είναι κοντά μας στον Ιωνικό Σύνδεσμο. Είναι πρώτα από όλα φίλοι και, βέβαια, αναμένουμε να απολαύσουμε μια εξαιρετική βραδιά και σήμερα.».

Αμέσως μετά κ. Ξάνθος Μαϊντάς είπε πως: «Και εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία του Ιωνικού. Πάντοτε στον νου μας έχουμε έναν Ιωνικό, που έχει γράψει ιστορία στη Νέα Ιωνία, και τον θυμόμαστε με συγκίνηση. Σας ευχαριστούμε όλους, που είσαστε σήμερα μαζί μας.».

Η εκδήλωση ξεκίνησε με την ηθοποιό κ. Σοφία Μάνεση να διαβάζει ένα από τα ποιήματα της συλλογής και να τη διαδέχεται ο κ. Ξάνθος Μαϊντάς διαβάζοντας ένα ακόμη ποίημά του.
Ακολούθως, τον λόγο έλαβε ο διακεκριμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρολόγος, κ. Πολύκαρπος Πολυκάρπου, ο οποίος ξεκίνησε την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής: «Αφανών Γυναικών» λέγοντας πως: «Δεν ξέρω γιατί αγαπητοί φίλοι, αλλά από όλους τους ορισμούς για την ποίηση, εγώ προσωπικά προτιμώ τον ορισμό που δίνει ο Άιρον Άρμστρονγκ Ρίτσαρντς, ένας από τα πρωτοπαλίκαρα της Νέας Κριτικής, που λέει ότι: «Ποίηση είναι η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας.».
Βέβαια, ο όλος αυτός τεχνοκρατικός ορισμός δεν μπορεί να συγκριθεί με το υψιπετές, απαστράπτον και όλβιον, που μεταγγίζει στις διάνοιές μας εκείνος ο ορισμός του Ανδρέα Εμπειρίκου: «Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου»
Έχω, όμως, και έναν ακόμα ορισμό, από προσωπική μου εμπειρία.
Το 1965, ο Κουν, αποφάσισε να παρουσιάσει στο Λονδίνο, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 400 χρόνια του Σαίξπηρ, τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Και φωνάζει, λοιπόν, στο υπόγειο όλα τα αγόρια της Σχολής για να παίξουμε στον Χορό.
Σε μία, λοιπόν, από αυτές τις πολύωρες και πολύ κουραστικές πρόβες της τραγωδίας, θυμάμαι να λέει στον μεταφραστή του έργου, αείμνηστο σήμερα Πάνο Μουλλά, νεαρό τότε Πανεπιστημιακό: «Όταν λέμε «ωραία μέρα», αυτό είναι Φιλολογία. Όταν είναι, όμως, «μέρα ωραία» αυτό είναι ποίηση.».
Η άκρα αισθαντικότητα του Κουν, που δεν ήταν θεωρητικός της λογοτεχνίας, τον οδήγησε να ορίσει αυτό που εκείνος ένιωθε ως ποίηση, στην περιοχή της γλώσσας.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Ρίτσαρντς και στον ορισμό του.
Όλα δείχνουν ότι οριοθετεί το φαινόμενο, που ονομάζουμε ποίηση, στην περιοχή όχι μόνον της γλώσσας, πράγμα ολοφάνερο, αλλά και της συγκίνησης, που αυτή πρέπει να μεταφέρει.
Με γνώμονα, λοιπόν, τον ορισμό, κάθε προσπάθεια ερμηνείας ενός ποιήματος θα πρέπει ν’ αρχίζει από τη γλώσσα και να ολοκληρώνεται με την κατάργηση των ποσοστών της συγκίνησης, που η χρήση της μπορεί να μεταφέρει, να μεταγγίσει, να μεταδώσει, να επιβάλλει κ.λπ. στον αναγνώστη ή στον ακροατή.
Η γλώσσα, αγαπητοί φίλοι, είναι το ισχυρότερο όργανο δημιουργίας.
Ονομάζοντας ένα πράγμα με μια λέξη, το κάνω να υπάρχει.
Μια δέσμη λέξεων, ανεξάρτητα από το λογικό νόημα που μεταφέρει, δίνουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του από την απειλή του άγχους του.
Η γλώσσα δίνει νόημα και σχήμα στον γύρω μας κόσμο, εμπλουτίζει και ταξινομεί την πραγματικότητα, αλλά πριν, και πάνω από όλα, αντιστέκεται στη σιωπή και σε ό,τι αυτή πασχίζει να συγκαλύψει.
Στην ποιητική της κιόλας μορφή, όπου η λέξη αποτελεί μία εγκυστωμένη ποσότητα ζωντανής συνείδησης, το σημαίνον τείνει να ταυτιστεί με το σημαινόμενό της.

Αν και κανένα ποίημα δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει την ύπαρξή του, και γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να βρούμε σε καμιά ποιητική γνωμολογία αυτό που θα λέγαμε αυθεντική ερμηνεία του ποιήματος, ερμηνεύουμε, ωστόσο, με πάθος τα ποιήματα μόνο και μόνο για να καταγράψουμε την πεζή μας παρουσία στον μαγικό της κόσμο.
Αυτό που ζωντανεύει ένα ποίημα δεν είναι το οριστικό, το σταθερό νόημα, στο οποίο αποσκοπεί η ποίηση, αλλά η σημασία του, η οποία είναι απροσδιόριστη και αλλάζει συνεχώς από αναγνώστη σε αναγνώστη. Πράγμα, που με το πέρασμα του χρόνου, μπορεί να κάνει τον ίδιο τον ποιητή έναν απλό αναγνώστη του ποιήματός του.
Βάσει, λοιπόν, των παραπάνω, νομιμοποιούμαι να αναγνώσω την ποιητική συλλογή του Ξάνθου Μαϊντά: «Αφανών Γυναικών» (Γαβριηλίδης 2019, Νίκας 2021), σύμφωνα με τις δικές μου φιλολογικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές προσλαμβάνουσες, χωρίς να αδικώ ούτε τον ποιητή, ούτε τα ποιήματά του.
Ο Ξάνθος Μαϊντάς, το καταγγέλλω, είναι ένας υπέροχος, ένα εξαίσιος «μοιχός», επειδή, αν και έχει «νυμφευθεί», εδώ και πάνω από 40 χρόνια, τη Θεωρητική Φυσική, την «απατά» ασυστόλως και χωρίς «αιδώ» την ποίηση.
Και μη βιαστείτε να πείτε «τι γυρεύει ένας Υδραίος στη Λάρισα», γιατί τα «χωράφια» της Επιστήμης με εκείνα της ποίησης, αν και με πρώτη ματιά, επιπόλαια, φαίνεται ότι δεν συνορεύουν, και εντούτοις, εγώ προσωπικά, δεν έχω διαβάσει ωραιότερο «ποίημα» από το Πυθαγόρειο Θεώρημα: «Το τετράγωνο της υποτείνουσας ενός ορθογώνιου τριγώνου, ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των δύο καθέτων πλευρών.».
Οι λέξεις είναι παροιμίες, η προσωδία στιβαρή, χωρίς χασμωδίες. Υπάρχει μια εσωτερική αλληλουχία, που παραπέμπει σε εξωτερική πειθαρχία. Το δε νόημα είναι τετελεσμένο, χωρίς περιθώρια αντιλόγου ή αντιρρήσεων.
Ακούστε κι αυτό:
«Από ένα σημείο περνούν άπειρες ευθείες.». Αυτό μοιάζει με «Χαϊκού».
Ας κάνουμε ένα πείραμα. Ας βάλουμε δίπλα στη λέξη «σημείο» τη λέξη «αναμονή». Και ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «ευθείες» με τη λέξη «ελπίδες». Και έχουμε αμέσως: «Από ένα σημείο αναμονής περνούν άπειρες ελπίδες.».
Αυτή, λοιπόν, τη συνάφεια, αυτή την αλληλεπίδραση, αυτή τη γειτνίαση της Επιστήμης με την ποίηση, επιχειρεί με έξοχη επιτυχία να καταδείξει ο Ξάνθος Μαϊντάς.
Αυτό που προσκομίζει στην Τέχνη της Ποίησης είναι η σαφήνεια του νοήματος, η πειθαρχία των ρυθμών, η διάρκεια της γλώσσας, το άδειασμα της σιωπής και η πλησμονή της αδιαμεσολάβητης αμεσότητας.

Η ποίησή του είναι απότοκος πολύπορης επεξεργασίας. Έχει τη στερεότητα ενός πειράματος Φυσικής, χωρίς προτετελεσμένο ενός επιστημονικού νόμου ή ενός αξιώματος, μένοντας, πάντως, ανοιχτή προς τις άπειρες εκφραστικές, ρυθμικές και συναισθηματικές ποικιλίες του ποιητικού βιώματος.
Ο Ξάνθος Μαϊντάς είναι ένας σύγχρονος νεωτερικός ποιητής επειδή πληροί τους τέσσερις γραμματολογικούς όρους, που έχει κωδικοποιήσει ο Νάσος Βαγενάς στο βιβλίο του: «Η Ειρωνική Γλώσσα» (Στιγμή, 1994), με το οποίο ορίζει τη Νέα Ποίηση. Δηλαδή, τον ελεύθερο στίχο, την ανάπτυξη της δραματικότητας σε σύγκριση με την ποιητικότητα της παλιάς ποίησης, το καθημερινό λεξιλόγιο (άμεσο αποτέλεσμα της δραματικότητας, σε αντίθεση με το ποιητικό «λεξιλόγιο» της παλιάς, που κάνει τη νέα ποίηση να πλησιάζει προς το λεξιλόγιο της πεζογραφίας και τον τόνο της προφορικής μας ομιλίας) και τελευταίο: τη σκοτεινότητα, μία σκοτεινότητα διανοητικής φύσεως, που κάνει δύσκολο να περιγράψουμε το νόημα του ποιήματος.
Σύμφωνα με τον παραπάνω, λοιπόν «οδικό χάρτη», νεωτερική μπορεί να χαρακτηριστεί και μία ποίηση, που είναι σε ελεύθερο στίχο και περιέχει σκοτεινότητα.
Αν δεν περιέχει σκοτεινότητα, η ποίηση χαρακτηρίζεται σύγχρονη.
Η ποίηση του Ξάνθου Μαϊντά είναι ποίηση νεωτερική. Έχει μια λυρική πραγματικότητα, με διάστικτα μέρη σκοτεινότητας, ενώ ο αισθαντικός του στίχος παίρνει όλες τις στιχουργικές μορφές. Είναι ελεύθερος, έμμετρος, και σε κάποιες περιπτώσεις παίρνει τη μορφή της λυρικής πρόζας.».

Ακολούθησε η ανάγνωση και άλλων ποιημάτων από τους κ.κ. Σοφία Μάνεση και Ξάνθο Μαϊντά, ο οποίος για κάθε ποίημά του αναφέρθηκε και στο ιστορικό του.
Κατόπιν, συνεχίζοντας την ομιλία του ο κ. Πολυκάρπου ανέφερε πως: «Η ποιητική συλλογή του φίλου μας: «Αφανών Γυναικών», ή «Γυναικών Αφανών», όπως θα έλεγε ο Κουν, είναι μια δημιουργία, που απαρτίζεται από τρία μέρη: Το πρώτο της μέρος περιέχει 12 ποιήματα, το δεύτερο 11 και το τρίτο 4.
Στο έργο κυριαρχεί ένας ελεύθερος στιβαρός ανισοσύλλαβος στίχος. Υπάρχει, όμως, ένα ποίημα: «Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ Β΄», που είναι έμμετρο, με καλοδουλεμένες ιαμβικές παροξύτονες και τροχαϊκές οξύτονες ομοιοκαταληξίες, που κλείνει με ένα κλασικό δεκατετράστιχο, σπασμένο σε δύο, με έναν οκτασύλλαβο και έναν εξασύλλαβο στίχο.
Ένα άλλο ποίημα, το «ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄», αν και έχει 12 μόνον στίχους, με τρεις τετράστιχες στροφές και πλεχτή ομοιοκαταληξία, μπορεί άνετα να εκληφθεί και ως σονέτο.
Υπάρχουν, επίσης, και τέσσερα αναγνώσματα: Ένα στο πρώτο μέρος, δύο στο δεύτερο και ένα στο τρίτο, που παραπέμπουν στα «Όμοια» του «Άξιον Εστί». Μπορούμε να τα πούμε και πρόζες. Κάποιος τα λέει «μικροδιηγήματα». Ενώ φαίνεται ότι γειώνουν την ποιητική ύλη στον οργανισμό του πραγματικού, ουσιαστικά την επεκτείνουν πέραν των ορίων της, μεταγγίζοντας στο τετριμμένο ποιητική πνοή.

Των «Αφανών Γυναικών» δεν είναι απλά και μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα. Είναι, επίσης, μια αυστηρή εικαστική σύνθεση, μια εικαστική εγκατάσταση, ένας μεγάλος ζωγραφικός πίνακας με χρώματα γήινα.
Ξαναδιαβάζοντάς την πολλές φορές ξεχώρισα ποιότητες και απ άλλες παραστασιακές Τέχνες. Η κυριαρχούσα δραματικότητα παραπέμπει πρώτα απ’ όλα στο θέατρο. Τα ποιήματά της μπορεί να εκληφθούν και σας σύντομα, αλλά μεστά θεατρικότητας, μονόπρακτα.
Όλες αυτές οι γυναίκες με το στραβό ριζικό απαρτίζουν τον Χορό μιας σύγχρονης τραγωδίας.
Οι σύγχρονες τραγωδίες δεν έχουν κάθαρση. Έχουν, όμως, φόβο. Μιας τραγωδίας, η οποία, όμως, δεν παίζεται στο κοίλο κανενός αρχαίου θεάτρου, αλλά στις κρεβατοκάμαρες, στις κουζίνες και τα σαλόνια σπιτιών, που δεν έχουν το μεγαλείο μιας ορχήστρας ή την επισημότητα της τραγικής σκηνής.
Θα μπορούσε, επίσης, να εκληφθεί, εξαιτίας της έντονης κινηματογραφικότητας που αποπνέει, και ως ένα κοινωνικό ντοκιμαντέρ, το οποίο με άκρα ευαισθησία εμβαθύνει τις ψυχές των γυναικών που εξεικονίζει.», και ολοκλήρωσε αναφερόμενος σε κάθε πτυχή των υπόλοιπων ποιημάτων της παρουσιαζόμενης συλλογής.






