Έναρξη του διαλόγου για τη Νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική 2028-2034 από την Περιφέρεια Κρήτης
Τις στρατηγικές και τις προτεραιότητες για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στο νησί της Κρήτης ανάδειξε η Περιφέρεια Κρήτης, διοργανώνοντας την εσπερίδα με θέμα: «Η Κοινή Αγροτική Πολιτική 2028–2034: Στρατηγικές και Προτεραιότητες για την Περιφέρεια Κρήτης».
Στην παρέμβασή του, ο Περιφερειάρχης Κρήτης, κ. Σταύρος Αρναουτάκης, έθεσε μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της ισχυρής διεκδίκησης των πόρων της περιφερειακής ανάπτυξης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τα ευρωπαϊκά σενάρια συγκεντρωτικής διαχείρισης. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στη συζήτηση, που διεξάγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενοποίηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με την Πολιτική Συνοχής σε ένα κεντρικό ταμείο (στα πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης), το οποίο θα ελέγχεται από το κεντρικό κράτος.
Επίσης, ο κ. Σταύρος Αρναουτάκης εξέφρασε την κατηγορηματική αντίθεσή του σε αυτή την προοπτική, υπογραμμίζοντας πως: «Η Πολιτική Συνοχής και η Κοινή Αγροτική Πολιτική είναι τα κατεξοχήν εργαλεία, που φέρνουν την Ευρώπη πιο κοντά στον πολίτη, καθώς χρηματοδοτούν στοχευμένα έργα σε κάθε τοπική κοινωνία, από μικρές αρδεύσεις και βιολογικούς καθαρισμούς, μέχρι σχολικά κτήρια και αγροτικές υποδομές.», προειδοποίησε πως: «Η μεταφορά αυτών των προγραμμάτων σε ένα κεντρικό, απρόσωπο ταμείο, πρακτικά θα απομακρύνει την Ευρώπη από τους πολίτες της.», και κάλεσε σε συστράτευση για να παραμείνουν οι πόροι στην περιφερειακή ανάπτυξη με ισχυρό αποκεντρωμένο ρόλο.
Έναρξη του διαλόγου για τη νέα Κ.Α.Π.
Η εκδήλωση έγινε με μεγάλη συμμετοχή παραγωγικών φορέων, της Αυτοδιοίκησης και της επιστημονικής κοινότητας, και σηματοδότησε την επίσημη έναρξη ενός ευρύτερου διαλόγου, προκειμένου η Κρήτη να καταθέσει έγκαιρα τεκμηριωμένες προτάσεις για τη διαμόρφωση της αγροτικής πολιτικής των επόμενων ετών.
Από την πλευρά του, ο Αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας Περιφέρειας Κρήτης, κ. Σταύρος Τζεδάκης, τόνισε την ανάγκη να τεκμηριωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση διεκδίκησης με απόλυτα θεσμικό τρόπο, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις αναπτυξιακές ιδιαιτερότητες της Κρήτης, όπως η νησιωτικότητα, το ορεινό ανάγλυφο και το αυξημένο κόστος παραγωγής, υπογραμμίζοντας πως: «Είναι επιτακτική η δίκαιη ανακατανομή των ενισχύσεων, η ουσιαστική στήριξη τομέων, όπως: η ελαιοκομία, η αμπελουργία, η αλιεία, τα κηπευτικά, η μελισσοκομία και η κτηνοτροφία, καθώς και η ενίσχυση των υποδομών για το νερό και την ενέργεια. Σκοπός της Περιφέρειας είναι να διαμορφώσει εγκαίρως μια πρόταση βιώσιμη, που θα απαντά στην κλιματική κρίση, θα προσθέτει αξία στα προϊόντα και θα προστατεύει τους παραγωγούς.», επισημαίνοντας την ανάγκη η Κρήτη να προλάβει τις εξελίξεις.
Ακόμη, ο Ομότιμος Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Χαράλαμπος Κασίμης, στην κεντρική του εισήγηση για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες μετά το 2027, ανάλυσε τις αλλαγές στην αρχιτεκτονική της Κ.Α.Π. και τη στόχευση των ευρωπαϊκών πόρων, ανάφερε πως: «Το νέο μοντέλο απαιτεί αυξημένη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και της Αυτοδιοίκησης, παρέχοντας περιθώρια για την εκπόνηση ειδικών περιφερειακών σχεδίων.», εξήρε την ετοιμότητα και την πρωτοβουλία της Περιφέρειας Κρήτης να ανοίξει νωρίς τη συζήτηση, και σημείωσε πως: «Το νησί δείχνει τον δρόμο για τη συγκρότηση μιας ρεαλιστικής, συναινετικής και τεκμηριωμένης πρότασης προς την Κεντρική Διοίκηση.».
Επιπλέον, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης, τοποθετήθηκαν διακεκριμένοι επιστήμονες και εκπρόσωποι φορέων.
Ειδικότερα, ο Υποψήφιος Διδάκτωρ Αγροτικής Επιχειρηματικότητας, κ. Νικόλαος Μπουνάκης ανάλυσε τα δυνατά και αδύνατα σημεία, καθώς και τις απειλές και ευκαιρίες της κρητικής αγροτικής οικονομίας.
Ο Γεωπόνος, κ. Γιώργος Γεωργουλάκης, εστίασε στη βιώσιμη ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της Κρήτης μέσα από τη νέα Κ.Α.Π., ενώ ο Κτηνίατρος, κ. Αλέξανδρος Στεφανάκης, ανάδειξε τη σημασία της μεταποίησης στις σύγχρονες απαιτήσεις της αγροτικής πολιτικής.
Τέλος, η Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής ΓΕΩΤΕΕ-Παράρτημα Κρήτης, κ. Άννα Δασκαλάκη, αναφέρθηκε στους τρόπους ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του πρωτογενούς τομέα.
Η Εσπερίδα ολοκληρώθηκε με ανοιχτή συζήτηση, παρέχοντας τη δυνατότητα στους παραγωγικούς φορείς και στους συμμετέχοντες να καταθέσουν τις απόψεις τους για το μέλλον του αγροδιατροφικού κλάδου.



