ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ
Monday | 12 Οκτωβρίου 2026
Δυτικός Τομέας Κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Με χαρά και ενεργή συμμετοχή η εκδήλωση καλωσορίσματος των νέων εθελοντών του Δήμου Αιγάλεω

Με ξεχωριστή ζεστασιά και μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026 η εκδήλωση καλωσορίσματος των νέων εθελοντριών και εθελοντών του Δήμου Αιγάλεω, στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, στο Δημαρχείο.
Βόρειος Τομέας Κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Στην τελική ευθεία το νέο Κ.Α.Π.Η. του Δήμου Λυκόβρυσης-Πεύκης στην Κάτω Πεύκη

Ένα νέο σύγχρονο σημείο συνάντησης, φροντίδας και κοινωνικής συμμετοχής για την Τρίτη Ηλικία δημιουργείται στην Κάτω Πεύκη. Το νέο Κέντρο Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων (Κ.Α.Π.Η.), που βρίσκεται υπό κατασκευή, αναμένεται να παραδοθεί σε λίγους μήνες στους κατοίκους του Δήμου Λυκόβρυσης-Πεύκης, αποτελώντας ένα πραγματικό κόσμημα για την πόλη και μια ουσιαστική επένδυση στην ποιότητα ζωής των μεγαλύτερων πολιτών.
Βόρειος Τομέας Κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Στην εκδήλωση του Κέντρου Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας KMOΠ συμμετείχε ο Δήμαρχος Λυκόβρυσης-Πεύκης κ. Μάριος Ψυχάλης

Στην εκδήλωση του Κέντρου Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας ΚΜΟΠ, που πραγματοποιήθηκε στον Πειραιά, με τίτλο: «Η πόλη είναι για όλες και όλους. Είναι, όμως, όλα τα άτομα μέρος της;», συμμετείχε ο Δήμαρχος Λυκόβρυσης-Πεύκης, κ. Μάριος Ψυχάλης, συμβάλλοντας στον διάλογο για τη συμμετοχή, την ισότιμη εκπροσώπηση και τη συμπερίληψη στις τοπικές κοινωνίες

Ο Δήμος Ιωαννιτών αποκτά δύο δημόσιους φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων

Δύο δημόσιους φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων αποκτά ο Δήμος Ιωαννιτών, ενισχύοντας σταδιακά τις υποδομές ηλεκτροκίνησης στην πόλη και περνώντας από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση μιας ακόμη παρέμβασης βιώσιμης κινητικότητας.

Παρεμβάσεις ανάδειξης του πρασίνου στο κέντρο των Ιωαννίνων

Ο Δήμος Ιωαννιτών προχωρά σε παρεμβάσεις καθαρισμού, φροντίδας και ανάδειξης του πρασίνου στον περιβάλλοντα χώρο του Δημαρχείου και στο γειτονικό πάρκο Ηρώων. Οι εργασίες περιλαμβάνουν την απομάκρυνση συνεχόμενων φραχτών από πυξάρια, πολλά από τα οποία είναι γερασμένα ή παρουσιάζουν σημαντικές φθορές, τη φροντίδα και ανάδειξη των υφιστάμενων μεγάλων δέντρων, τον καθαρισμό των χώρων και τη δημιουργία ενιαίων επιφανειών γκαζόν.

Στο URBACT City Festival 2026 στη Λευκωσία συμμετείχε ο Δήμαρχος Δράμας, κ. Γιώργος Παπαδόπουλος

Το URBACT City Festival αποτελεί τη σημαντικότερη διοργάνωση του προγράμματος URBACT και συγκεντρώνει εκπροσώπους ευρωπαϊκών πόλεων, στελέχη ευρωπαϊκών θεσμών και ειδικούς σε θέματα ολοκληρωμένης και βιώσιμης αστικής ανάπτυξης. Αποτελεί, παράλληλα, ένα σημαντικό πεδίο ανταλλαγής γνώσεων, καλών πρακτικών και εμπειριών μεταξύ ευρωπαϊκών πόλεων.Στο περιθώριο των...
Βόρειος Τομέας Κοινωνία Περιβάλλον Τοπική Αυτοδιοίκηση

Νέο ηλεκτρικό απορριμματοφόρο παράλαβε ο Δήμος Βριλησσίων

Η συγκεκριμένη παραχώρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς οικονομική επιβάρυνση για τον Δήμο Βριλησσίων, καθώς δεν προκύπτει κόστος προμήθειας του οχήματος, ενώ και η συντήρησή του καλύπτεται πλήρως στο πλαίσιο της συνεργασίας.Επίσης, ο Δήμαρχος Βριλησσίων, κ. Γιάννης Πισιμίσης, δήλωσε πως: «Με ιδιαίτερη ικανοποίηση παραλάβαμε ένα σύγχρονο ηλεκτρικό απορριμματοφόρο από την Περιφέρεια Αττικής. Το όχημα αυτό δεν είναι απλώς ένα ακόμη εργαλείο για την καθαριότητα. Είναι μια επένδυση στην καθημερινότητα των δημοτών μας. Είναι αθόρυβο, δεν ρυπαίνει και θα εξυπηρετεί τις γειτονιές μας πιο αποδοτικά, χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον. Η ηλεκτροκίνηση, άλλωστε, ανοίγει...
Αρχαιολογία Θεσσαλονίκη Ιστορία Κοινωνία Μουσεία

Εγκαινιάστηκε η Έκθεση Επαναπατρισθέντων Κειμηλίων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη

Σε κλίμα συγκίνησης, ιστορικής δικαίωσης και ηθικής ικανοποίησης, η υπουργός Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, εγκαινίασε την περιοδική έκθεση των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, που αποσπάστηκαν, το 1917, από Ιερές Μονές της Μακεδονίας και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.

Μετά από 109 χρόνια, τα πολύτιμα τεκμήρια της ορθόδοξης πίστης, της πνευματικής παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, επέστρεψαν στην Ελλάδα αποκαθιστώντας έναν ιστορικό δεσμό, που δεν διακόπηκε ποτέ στη συλλογική μνήμη.
Την επιστροφή τους και την πρώτη έκθεσή τους στο Μουσείο υποδέχθηκαν, με έκδηλη συγκίνηση και ικανοποίηση, τόσο θεσμικοί εκπρόσωποι, όσο και ιεράρχες, εκπρόσωποι του Κλήρου και της μοναστικής κοινότητας, αναγνωρίζοντας σε αυτήν μια πράξη ιστορικής αποκατάστασης και δικαίωσης, αλλά και την επανασύνδεση πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων στις ιστορικές Μονές τους. Τα κειμήλια επέστρεψαν βάσει του Μνημονίου Κατανόησης, που υπεγράφη στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, μεταξύ των υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Στην ομιλία της, η υπουργός Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, ανάφερε, μεταξύ άλλων, πως: «Αυτή η Συμφωνία μας φέρνει πιο κοντά από ποτέ στη διεκδίκηση και των υπολοίπων. Η επιστροφή τους αναγνωρίζει έμμεσα ιδιοκτησία τους από την Ελλάδα. Ας κρατήσουμε αυτό: Μετά από 109 χρόνια, πέρα από την επιστροφή αυτών των κειμηλίων, η Συμφωνία προβλέπει ότι αυτή είναι η πρώτη φάση, διότι πλέον αυτό το οποίο δεν μπορούσε να γίνει με τρόπο επιστημονικά δεοντολογικό, δηλαδή, δικοί μας επιστήμονες να πάνε στα καθιδρύματα και στα μουσεία της Βουλγαρίας, να δουν και να τεκμηριώσουν περαιτέρω έργα, αντικείμενα και χειρόγραφα, τώρα μπορούν να το κάνουν. Δεν είναι εύκολες διαδικασίες, όμως, η εντολή του πρωθυπουργού είναι το Υπουργείο Πολιτισμού να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα τεκμηρίωσης αυτών των κειμηλίων. Και εγώ, εδώ, θέτω το ερώτημα: Ποιος άλλος πέτυχε τον επαναπατρισμό, όλα αυτά τα χρόνια, έστω και ενός από αυτά τα κλεμμένα κειμήλια; Όσα επαναπατρίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν από την αγορά της Τέχνης.».

Τα 48 κειμήλια, προερχόμενα από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, και την Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος Ναούσης, είχαν μεταφερθεί στη Σόφια, το 1917, και εκτίθεντο ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας. Από την πλευρά της, η Ελλάδα παράδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα, που ανευρέθηκαν στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, το 1965, από τον Καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο και που έχουν ταυτοποιηθεί, ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας (997-1014), μαζί με το λοιπό ανθρωπολογικό υλικό, που βρέθηκε στις συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους, εντός της Βασιλικής, που πιθανόν συνδέονται με συγγενικά του πρόσωπα. Τα εν λόγω λείψανα φυλάσσονταν τα τελευταία χρόνια στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη. Η μεταφορά τους στο Υπουργείο Πολιτισμού της Βουλγαρίας συνδέεται με τη σύγχρονη διεθνή πρακτική, η οποία αναγνωρίζει τη σημασία των ανθρώπινων καταλοίπων, όχι μόνο ως αρχαιολογικών ευρημάτων, αλλά και ως στοιχείων πολιτιστικής ταυτότητας, ιστορικής μνήμης και συνέχειας.

Τη φιλοσοφία της έκθεσης και τα εκτιθέμενα αντικείμενα από τις Μονές προέλευσής τους παρουσίασε η Διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης, κ. Φλώρα Καραγιάννη. Η απόδοση των αντικειμένων στις ιστορικές τους εστίες τεκμηριώθηκε με βάση τις επιγραφές, που φέρουν τα ίδια τα αντικείμενα, καθώς και τη διαθέσιμη βιβλιογραφία.
Τα αντικείμενα είναι διαφόρων κατηγοριών και καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα. Πρόκειται για λειτουργικό εξοπλισμό, που προέρχεται, κυρίως, από τα δύο ιστορικά μοναστήρια, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης. Αποτελείται από εκκλησιαστικά σκεύη, δισκάρια, δισκοπότηρο, λειψανοθήκες, εικόνες, ριπίδια, άμφια, ένας ολόκληρος επισκοπικός θρόνος, μια πύλη και ένα αναλόγιο. Χρονολογικά, ο εξοπλισμός αυτός ανήκει στη μεταβυζαντινή περίοδο, από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Συγκεκριμένα, μεταξύ των εξαιρετικών εκθεμάτων περιλαμβάνονται:
Λειτουργικά σκεύη και αντικείμενα λατρείας: Σταυροθήκες, λειψανοθήκες (πολλές εκ των οποίων είναι ενεπίγραφες και αποδίδονται στη Μονή Εικοσιφοινίσσης), σταυροί λιτανείας και αγιασμού, καθώς και ένα δισκοπότηρο. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα εξαιρετικά ριπίδια από τη Μητρόπολη Σερρών και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου με περίκλειστα σμάλτα, καθώς και η εντυπωσιακή ξύλινη θύρα από τον ίδιο ναό.
Φορητές εικόνες και άμφια: Ιερές εικόνες (συμπεριλαμβανομένων των καλυμμάτων/«πουκαμίσων» τους) και σπάνια αρχιερατικά άμφια. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν δύο εξαιρετικά επιγονάτια από τη Μονή Εικοσιφοινίσσης, το ένα φέρει επιγραφή που το αποδεικνύει, καθώς και το όνομα της τεχνήτριας Αργυρούς από την Κωνσταντινούπολη.
Έργα αργυροτεχνίας: Εντυπωσιακά, ενυπόγραφα έργα αργυροτεχνίας φιλοτεχνημένα από επώνυμους αργυροχόους από την περιοχή της Ηπείρου και, ιδίως, από το Λινοτόπι.
Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού φιλοξενεί τα κειμήλια στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων. Μετά από τις 5 Νοεμβρίου θα λάβουν τον δρόμο της επιστροφής στις ιστορικές Μονές και στις Εκκλησίες, που ανήκουν.
Στην τελετή των εγκαινίων παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Φιλόθεος, ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.κ. Βαρνάβας, ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ.κ. Θεολόγος, ο Επίσκοπος Δομενίκου κ.κ. Αθηναγόρας, ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Βέροιας, Ναούσης και Καμπανίας, ο Επίσκοπος Αμορίου και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βλατάδων κ.κ. Νικηφόρος και εκπρόσωπος του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Δράμας, η Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Φεβρωνία, με τη συνοδεία της, και η Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, Αντωνίνη, με τη συνοδεία της. Ακόμη, στην εκδήλωση παραβρέθηκαν ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Τάσος Χατζηβασιλείου, ο υφυπουργός Εσωτερικών κ. Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, ο υφυπουργός Ανάπτυξης κ. Σταύρος Καλαφάτης, οι βουλευτές κ.κ. Δημήτρης Κυριαζίδης, Δημήτρης Κούβελας, Φωτεινή Αραμπατζή και Αγγελική Δεληκάρη, ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης κ. Στέλιος Αγγελούδης, ο Διοικητής ΑΣΔΗΜ Αντιστράτηγος κ. Γρηγόρης Μπουντιλιάκης.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία της υπουργού Πολιτισμού, κ. Λίνας Μενδώνη, στην παρουσίαση των ιστορικών κειμηλίων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
«Σήμερα, είναι μια ξεχωριστή μέρα και για το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, για το Υπουργείο Πολιτισμού και για τη Μακεδονία, καθώς είναι η στιγμή, που όλοι εσείς μπορείτε να γίνετε κοινωνοί αυτών των κειμηλίων, 48 κατ’ αριθμόν καταλόγου μουσείου, 53 στην πραγματικότητα, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις ένας αριθμός καταλόγου περιλαμβάνει πλέον του ενός αντικείμενα, όπως τα δύο ζεύγη των ριπιδίων, οι εικόνες και οι αργυρές επενδύσεις τους ή ορισμένες λειψανοθήκες, τα οποία επέστρεψαν μετά από 109 χρόνια στη Μακεδονία, για να καταλήξουν εκεί όπου ανήκουν, στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου και στην Ιερά Μονή της Εικοσιφοίνισσας.
Είναι γνωστή η ιστορία της κλοπής και της απομάκρυνσης από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής αυτών των κειμηλίων, τα οποία φαίνεται ότι ήταν πολύ περισσότερα. Περιλαμβάνουν θρησκευτικά αντικείμενα, ιερά άμφια, χειρόγραφα, παλαίτυπα και τα οποία, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Neuilly (1919), θα έπρεπε να επιστραφούν από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα.
Πράγματι, μία επιστροφή συνετελέσθη, κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης του Neuilly, όταν ο Βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου, σε αποστολή, τον Μάιο του 1923, παρέλαβε προσυσκευασμένα κιβώτια με ό,τι έδωσαν οι Βούλγαροι, χωρίς να υπάρξει η δυνατότητα να διεξάγει κάποια περαιτέρω έρευνα. Επρόκειτο για 259 χειρόγραφα, 62 αντικείμενα, καθώς και για έναν αριθμό έντυπων βιβλίων. Τα αντικείμενα, σύμφωνα με τα παραρτήματα του Πρωτοκόλλου Παραλαβής, που υπογράφηκε, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου του 1923, κατανεμήθηκαν ως εξής: 38 αντικείμενα παρεδόθησαν στο Βυζαντινό Μουσείο, στην Αθήνα, 11 αντικείμενα στο Μουσείο Χειροτεχνημάτων, 14 αντικείμενα επέστρεψαν στη Μονή, 254 χειρόγραφα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, 5 χειρόγραφα στο Βυζαντινό Μουσείο, 47 βιβλία στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ολόκληρο κιβώτιο, που περιείχε εκδόσεις και άλλα βιβλία, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, 7 βιβλία με αγιολογικές διηγήσεις στο Λαογραφικό Αρχείο και 24 βιβλία με αγιολογικές διηγήσεις στο Βυζαντινό Μουσείο.
Το μεγαλύτερο ποσοστό των χειρογράφων, που επεστράφησαν, προερχόταν από τη Μονή Τιμίου Προδρόμου. Μεταγενέστερες μελέτες του υλικού οδήγησαν στην απόδοση στη Μονή, ενώ ένας αριθμός αποδίδεται στη Μονή της Εικοσιφοίνισσας. Τα εκκλησιαστικά αντικείμενα, που κατατέθηκαν στο -τότε- Βυζαντινό Μουσείο -σήμερα Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών- προέρχονται, επίσης, από τον Τίμιο Πρόδρομο. Ορισμένα ήδη εκτίθενται και άλλα φυλάσσονται, σήμερα, στις αποθήκες του Μουσείου.
Τα κειμήλια, που παραδόθηκαν στο Μουσείο Χειροτεχνημάτων της εποχής εκείνης, σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού. Κάποια απ’ αυτά, επίσης, αποδίδονται με ασφάλεια στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, επίσης, ανήκουν κειμήλια, τα οποία σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Μπενάκη. Τα αντικείμενα αυτά βρέθηκαν στο εμπόριο Τέχνης, που σημαίνει ότι με κάποιον τρόπο διοχετεύθηκαν, διακινήθηκαν στην αγορά και το Μουσείο Μπενάκη τα αγόρασε από αρχαιοπωλείο των Αθηνών, το 1930. Από αυτά, ίσως, αυτό που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, είναι ένα επιχρυσωμένο, ενεπίγραφο αρτοφόριο, του 1613, και ένας σάκκος του Μητροπολίτη Νικομηδείας Νεοφύτου, του 1629.
Τα κειμήλια, τα οποία δεν παραδόθηκαν, σύμφωνα με τη Συνθήκη, αποτελούσαν μία «κλειστή συλλογή» στο Μουσείο Εθνικής Ιστορίας της Σόφιας, μέχρι τις αρχές του 1990. Το 1990, πραγματοποιήθηκε στη Σόφια μία συζήτηση στρογγυλής τραπέζης, κατά την οποία, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα αρπαγέντα χειρόγραφα από την Εικοσιφοίνισσα και τον Τίμιο Πρόδρομο, από τη Διευθύντρια του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev, Axinia Dzhurova. Η εμφάνιση κειμηλίων και χειρογράφων, τη δεκαετία του 1990, επανέφερε το θέμα της επιστροφής τους στην Ελλάδα. Εκπρόσωποι φορέων, όπως ο τότε Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενημέρωσαν την Πολιτεία, συγκεκριμένα το Υπουργείο Εξωτερικών, το 1991, και αργότερα το 1993. Το Υπουργείο Εξωτερικών, με τη σειρά του, από το 1991 και μετά, δεσμεύθηκε ότι θα επαναφέρει το ζήτημα σε κάθε επίπεδο διμερούς συνομιλίας με τη Βουλγαρία.
Το 1994, η Axinia Dzhurova ήταν προσκεκλημένη σε άλλη στρογγυλή τράπεζα, στη Δράμα, μαζί με Έλληνες μελετητές, όπου παρουσίασε και πάλι τα χειρόγραφα από τη Μονή της Εικοσιφοινίσσης. Ουδείς αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκαν αυτά από το Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών, ούτε και ετέθη από κάποιον θέμα επιστροφής τους.
Τα χρόνια που ακολουθούν κάποια κειμήλια εμφανίζονται ως συμμετοχή της Βουλγαρίας σε διάφορες περιοδικές εκθέσεις εκτός της χώρας τους, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία, στο Πασάου της Βαυαρίας, τον Μάρτιο του 1995, στο Βερολίνο, τον Οκτώβριο του 1995, στη Φρανκφούρτη, το 1996, και αλλού.
Η Εκκλησία, από την πλευρά της, επιθυμεί την επιστροφή. Υπενθυμίζει και τονίζει σε κάθε επίπεδο και των δικών της επαφών την ανάγκη να επιστρέψουν τα κειμήλια, εκεί όπου ανήκαν. Στο μεταξύ, από το τέλος της δεκαετίας του 1990 ή τις αρχές του 2000, χειρόγραφα προερχόμενα και από τις δύο Μονές εμφανίζονται σε οίκους δημοπρασιών του εξωτερικού. Πράγμα που δείχνει ότι εκτός από κειμήλια διακινήθηκαν παρανόμως και χειρόγραφα στο εμπόριο Τέχνης. Για παράδειγμα, ένα από αυτά εντοπίστηκε στη Γερμανία και αγοράστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και σήμερα βρίσκεται, εδώ, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Ένα άλλο, αποκτήθηκε κατόπιν δωρεάς από το Μουσείο της Βίβλου, στην Ουάσιγκτον. Μόλις έγινε αντιληπτό ότι το συγκεκριμένο χειρόγραφο περιλαμβάνεται σε αυτά, που είχαν κλαπεί από τη Μονή Εικοσιφοίνισσας, αποφασίστηκε η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, από το οποίο επαναπατρίστηκε στη Μονή.
Ο Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ.κ. Θεολόγος οργάνωσε, πριν από λίγους μήνες, μια εκδήλωση με ομιλητή τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον κύριο Προκόπη Παυλόπουλο. Ως νομικός, ο τέως Πρόεδρος υπέδειξε δύο τρόπους διεκδίκησης, τη διπλωματική οδό και τη δικαστική. Η κυβέρνηση ακολούθησε τη διπλωματική. Η εμπειρία μας, έχει καταδείξει ότι η διπλωματική οδός έχει πολύ καλύτερα αποτελέσματα στη διαδικασία των επαναπατρισμών. Μια δικαστική διαδικασία έχει απαιτήσεις τεράστιων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσκομιστούν. Και σε κάθε περίπτωση, η δικαστική διαδικασία θα ακολουθήσει -εάν επιλεγεί ότι πρέπει να ακολουθηθεί- όταν έχει εξαντληθεί, τόσο η πολιτιστική διπλωματία όσο και η εν γένει διπλωματία του ελληνικού κράτους.
Η Συμφωνία, την οποία υπογράψαμε, στις 29 Σεπτεμβρίου, θεωρούμε -και το λέω με απόλυτη συναίσθηση και συνείδηση- ότι είναι απολύτως θετική για την πατρίδα μας και για την προστασία των πολιτιστικών μας θησαυρών. Γι’ αυτό, άλλωστε, τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, χαιρέτισαν τη Συμφωνία, θεωρώντας -και ορθά- ότι γίνεται η ουσιαστική αρχή για την επιστροφή και άλλων αγαθών.
Η Συμφωνία αυτή μας έδωσε το πλαίσιο για να επιστραφούν στην Ελλάδα τα 48 αντικείμενα, τα οποία συνοδεύουν το πρωτόκολλο, το οποίο υπογράψαμε. Είναι τα αντικείμενα, τα οποία εκτίθενται ενώπιον σας, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, και η βούληση της Κυβέρνησης, του πρωθυπουργού και του Υπουργείου Πολιτισμού είναι να βρουν την οριστική τους θέση στις Μονές, που ανήκουν. Πρόκειται για αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας, ιστορικής, πολιτιστικής και συναισθηματικής, διότι συνοδεύονται από επιγραφές, οι οποίες αναφέρουν ονόματα ιεραρχών, μοναχών, ηγουμένων ακόμη και απλών τεχνητών. Επομένως, το καθένα από αυτά, με τον τρόπο του, συνεισφέρει στη σύνθεση της τοπικής ιστορίας. Και όταν ο λαός ενός τόπου γνωρίζει την ιστορία του, στις λεπτομέρειές της, είναι πολύ περισσότερο συνειδητοποιημένος ως πολίτης. Και ως πολίτης μπορεί να υπερασπιστεί την πατρίδα του, οψέποτε χρειαστεί.
Έτσι, λοιπόν, αυτά τα αντικείμενα, τα οποία προέρχονται από την Ιερά Μονή της Εικοσιφοινίσσης, την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου, από τη Μητρόπολη Σερρών, και ένα από αυτά από τη Νάουσα -θα επιστραφεί και αυτό στη Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης- είναι εκκλησιαστικά και λειτουργικά αντικείμενα με ιδιαίτερη θρησκευτική και αρχαιολογική αξία. Αντικείμενα, για τα οποία χρειάστηκε ενδελεχής μελέτη για να τα τεκμηριώσουμε, ώστε να ανταποκριθούμε στις προϋποθέσεις των Διεθνών Συμβάσεων.
Διαβάζω και ακούω ότι «φέρατε πίσω μόνο 48, από τα χιλιάδες». Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι. Οι συνθήκες υπό τις οποίες εκλάπησαν αυτά από τις Μονές ήταν πολύ δύσκολες. Θα έλεγα ότι ήταν στιγμές αγριότητας, καθώς δολοφονήθηκαν από τα στρατεύματα όσοι μοναχοί και λαϊκοί έτυχε να είναι εκεί. Οι καταγραφές, λοιπόν, τις οποίες έχουμε δεν είναι ούτε πλήρεις, ούτε πάντοτε συμφωνούν μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, απαιτείται ιδιαίτερα δύσκολη τεκμηρίωση για να καταλήξουμε στο τι ανήκει που, και πόσα πράγματι είναι.
Θα ήθελα να μείνω σ’ ένα παράδειγμα, που προέρχεται από τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, και αναφέρομαι στη εικόνα του Τιμίου Προδρόμου. Η εικόνα υπάρχει στο Μοναστήρι, είναι στο τέμπλο της Μονής και είναι η λατρευτική εικόνα του Μοναστηριού. Η αργυρή επένδυση, το «πουκάμισο», περιλαμβάνεται στα επαναπατρισθέντα κειμήλια, έχει τον Τίμιο Πρόδρομο και γύρω τις σκηνές από τον βίο του. Τα τμήματα, που λείπουν στο πάνω μέρος, βρίσκονται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Είναι δύο τμήματα από αυτά, που επεστράφησαν από τον Σωτηρίου, είναι καταλογογραφημένα και εκτίθενται. Αυτά τα δύο τμήματα θα επιστρέψουν στο Μοναστήρι, γιατί διαφορετικά δεν μπορούμε να μιλάμε ως χώρα για την αρχή της ακεραιότητας των μνημείων. Αυτά τα δύο τμήματα αποκαθιστούν την ακεραιότητα της λατρευτικής εικόνας. Αυτή είναι, ακριβώς, η περίπτωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Θέλουμε και στις δύο περιπτώσεις να αποκαταστήσουμε την ακεραιότητα των μνημείων.
Επίσης, θα ήθελα να αναφερθώ στα εξαιρετικής τέχνης ριπίδια. Ένα ζεύγος ανήκει στην Μονή Τιμίου Προδρόμου και το άλλο στη Μητρόπολη Σερρών. Πρόκειται για μοναδικά έργα Τέχνης. Είναι από τον 16ο αιώνα, επίχρυσο ασήμι και σμάλτο. Το ένα είναι αφιέρωμα του Μητροπολίτη Σερρών Γενναδίου. Είναι από αυτά τα αντικείμενα, τα οποία ξεχωρίζουν, όχι μόνο για την εκκλησιαστική και θρησκευτική τους σημασία, αλλά και για την ιστορική και αρχαιολογική τους αξία. Αυτά, λοιπόν, τα κειμήλια, που μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου βρίσκονταν στη Βουλγαρία, σήμερα βρίσκονται εδώ.
Αυτή η Συμφωνία, μας φέρνει πιο κοντά, από ποτέ, στη διεκδίκηση και των υπολοίπων. Η επιστροφή τους αναγνωρίζει έμμεσα ιδιοκτησία τους από την Ελλάδα. Ας κρατήσουμε αυτό: Μετά από 109 χρόνια, πέρα από την επιστροφή αυτών των κειμηλίων, η Συμφωνία προβλέπει ότι αυτή είναι η πρώτη φάση, διότι πλέον αυτό το οποίο δεν μπορούσε να γίνει με τρόπο επιστημονικά δεοντολογικό, δηλαδή, δικοί μας επιστήμονες να πάνε στα καθιδρύματα και στα μουσεία της Βουλγαρίας, να δουν και να τεκμηριώσουν περαιτέρω έργα, αντικείμενα και χειρόγραφα, τώρα μπορούν να το κάνουν.
Δεν είναι εύκολες διαδικασίες. Όμως, η εντολή του πρωθυπουργού είναι το Υπουργείο Πολιτισμού να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα τεκμηρίωσης αυτών των κειμηλίων. Και εγώ εδώ, θέτω ένα ερώτημα: Ποιος άλλος πέτυχε τον επαναπατρισμό, όλα αυτά τα χρόνια, έστω και ενός από αυτά τα κλεμμένα κειμήλια; Αυτά που επαναπατρίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν από την αγορά της Τέχνης.
Τι δώσαμε εμείς τους Βούλγαρους; Γιατί άκουσα ότι χάσαμε το διαπραγματευτικό μας χαρτί. Η Εκκλησία στα χέρια της δεν είχε τίποτα. Η Εκκλησία μόνο ωφελείται αυτή τη στιγμή. Παίρνει τα κειμήλια. Το Υπουργείο Πολιτισμού είχε τα οστά του Σαμουήλ, τα οποία δώσαμε στους Βούλγαρους. Και αυτό θεωρήθηκε ότι χάνουμε το διαπραγματευτικό μας χαρτί. Εμένα, μου ακούγεται εκβιαστικό αυτό, όταν μιλάμε για οστά ανθρώπων, ανεξαρτήτως του ποιος ήταν αυτός.
Αυτά τα συγκεκριμένα οστά λένε κάτι στον ελληνικό λαό; Λένε κάτι σε κάποιον από εμάς; Και να θυμίσω, ότι μέχρι το 2012, όταν μετά από μακρές δικές μου συζητήσεις με τον αείμνηστο Καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο, παρεδόθησαν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, μέχρι τότε -και με μεγάλη πικρία του Καθηγητή- δεν τα είχε παραλάβει κανείς. Ήταν στο εργαστήριο του Πολυτεχνείου και αργότερα στο σπίτι του Καθηγητή. Αυτά τα οστά εδόθησαν από μας στους Βούλγαρους.
Και εδώ να προσθέσω και κάτι ακόμη. Τι μαθαίνουμε από τα πρώτα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου; Ότι η ταφή ενός ανθρώπου, όποιος και να είναι αυτός, είναι ιερό και ηθικό χρέος. Αυτό έκανε ο Αχιλλέας, όταν δέχτηκε τα δώρα του Πριάμου και του έδωσε το σώμα του νεκρού Έκτορα. Στο σχολείο μαθαίνουμε για την Αντιγόνη, ότι είναι το καλό παράδειγμα σε αντίθεση με τον Κρέοντα, γιατί η Αντιγόνη θυσιάζεται για να θάψει τον αδελφό της. Αυτά μαθαίνουμε. Αυτά υποστηρίζει και η Εκκλησία μας.
Επομένως, πήραμε πολύτιμα εκκλησιαστικά και ιστορικά κειμήλια, που για τους Βούλγαρους σήμαιναν πολλά, αλλά για μας σημαίνουν περισσότερα, και δώσαμε τα οστά του Σαμουήλ. Ποιος είναι ο πραγματικά κερδισμένος; Νομίζω ότι ο πραγματικά κερδισμένος είναι η πατρίδα. Είναι η πατρίδα μας ως κράτος και η Εκκλησία μας. Γιατί αυτά ανήκουν στην Εκκλησία και εκεί θα πάνε.
Το δεύτερο σημείο, εξίσου επωφελές, είναι ότι με αυτή τη συμφωνία μάς δίνεται η δυνατότητα της πρόσβασης σε καταλόγους, σε ευρετήρια, αλλά και στην εκ του σύνεγγυς εξέτασης των ιδίων των αντικειμένων, ώστε να βρουν οι δικοί μας επιστήμονες την προέλευσή τους να την τεκμηριώσουν και να ζητηθεί, με βάση τις Διεθνείς Συμβάσεις, να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Οι περιληπτικές και ενδεικτικές καταγραφές, οι ενδείξεις και οι ασάφειες στους καταλόγους των Μονών, πριν από την κλοπή, δυσκολεύουν την προσπάθεια μας. Παρόλα αυτά, εμείς θα συνεχίσουμε. Και εδώ είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η τεκμηρίωση και η διεκδίκηση ενός πολιτιστικού αγαθού είναι μία εξαιρετικά επίπονη, μία βαθιά επιστημονική διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να γίνει από τον οποιονδήποτε. Πρέπει να γίνεται από ανθρώπους ειδικούς, οι οποίοι μπορούν να φτάσουν στην αντικειμενική και σωστή τεκμηρίωση.
Η δεύτερη φάση θα ξεκινήσει πολύ σύντομα, περίπου, στο τέλος Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου θα δω τον ομόλογό μου για να προγραμματίσουμε τα επόμενα βήματα.
Κλείνω με μία επισήμανση, που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Ζούμε σε μια εποχή με μείζονες γεωπολιτικές αλλαγές. Όσα όλα γνωρίζαμε ως σταθερές, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, φαίνεται να αλλάζουν. Η Βουλγαρία είναι η μόνη όμορη και γειτονική μας χώρα, που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα δεν επιδιώκει να έχει ψυχροπολεμικές σχέσεις με τους γείτονές της. Η Κυβέρνηση, και ειδικότερα το Υπουργείο Εξωτερικών, προωθεί κλίμα φιλίας και συνεργασίας. Αυτή η συμφωνία είναι, σχεδόν, βέβαιο ότι ενισχύει αυτό το κλίμα, που όλοι αυτή την περίοδο το έχουμε ανάγκη.».