ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ
Tuesday | 26 Μαΐου 2026
Auto-Moto Δυτικός Τομέας Κοινωνία Παιδεία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Δημιουργούνται «έξυπνες» διαβάσεις έξω από ακόμη 4 σχολικές μονάδες του Δήμου Πετρούπολης

Μετά από τις «έξυπνες» διαβάσεις, που βρίσκονται έξω από οκτώ σχολεία, ο Δήμος Πετρούπολης εξασφάλισε τη δημιουργία ακόμα τεσσάρων. Συγκεκριμένα, αρχίζουν οι εργασίες για την κατασκευή τους έξω από τα 2ο, 9ο, 10ο Δημοτικά και το 2ο Λύκειο.
Κοινωνία Περιβάλλον Στερεά Ελλάδα Τοπική Αυτοδιοίκηση

Ο Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας, κ. Φάνης Σπανός, επίβλεψε την κατασκευή του περιφερειακού της Άμφισσας και άλλα έργα της περιοχής

Λίγες ημέρες μετά από τα εγκαίνια του νέου λιμένα Ιτέας, ο Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας, κ. Φάνης Σπανός, βρέθηκε στην Άμφισσα και συμμετείχε στην τακτική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Δελφών, όπου παρουσιάστηκε το Περιφερειακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Στερεάς Ελλάδας 2026-2030 και συζητήθηκε η αξιοποίησή του προς εξυπηρέτηση των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της περιοχής.
Αθλητικά Ιόνια Νησιά Κοινωνία Παιδί Περιβάλλον Τοπική Αυτοδιοίκηση

Σε λειτουργία η νέα σύγχρονη παιδική χαρά στον περιβάλλοντα χώρο του Κλειστού Γυμναστηρίου «Αντώνης Τρίτσης» στο Αργοστόλι

Ο Δήμος Αργοστολίου ανακοίνωσε την έναρξη λειτουργίας της νέας σύγχρονης παιδικής χαράς, που κατασκευάστηκε στο πλαίσιο της ανάπλασης του περιβάλλοντα χώρου γύρω από το Κλειστό Γυμναστήριο «Αντώνης Τρίτσης».

Η Περιφέρεια Αττικής χρηματοδοτεί με 998.000 ευρώ την αναβάθμιση του Πάρκου Τσαγκάρη στα Μελίσσια

Την Προγραμματική Σύμβαση για την αναβάθμιση του δασικού χώρου στο Πάρκο Τσαγκάρη των Μελισσίων, ύψους 998.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., υπέγραψαν ο Περιφερειάρχης Αττικής, κ. Νίκος Χαρδαλιάς, μαζί με τη Δήμαρχο Πεντέλης, κ. Νατάσσα Κοσμοπούλου, και τον Πρόεδρο της «Νέας Μητροπολιτικής Αττικής Α.Ε.», κ. Δημήτρη Φραγκάκη, στο Διοικητήριο της Περιφέρειας.

Δύο νέες υποδομές για την αυτόνομη πρόσβαση ΑμεΑ στις παραλίες της Κατερίνης, με χρηματοδότηση από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης-Ανθεκτικότητας

Με δύο νέες υποδομές για την εξυπηρέτηση των ΑμεΑ, που επισκέπτονται τις ακτές του, την προσβασιμότητα και την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών, αναβαθμίζει ο Δήμος Κατερίνης. Πρόκειται για δύο σύγχρονες, μη μόνιμες και ενεργειακά αυτόνομες υποδομές, που επιτρέπουν σε άτομα με κινητικά προβλήματα να απολαμβάνουν τη θάλασσα με ασφάλεια και αυτονομία στις ακτές της Παραλίας και της Περίστασης.

Ξεκίνησε η λειτουργία του νέου Βιολογικού Καθαρισμού της Δ.Ε.Υ.Α.Κ. στην Αιανή, του Δήμου Κοζάνης

Το έργο, προϋπολογισμού μελέτης 1.550.580,02 ευρώ, συνολικής δυναμικότητας 2.900 κατοίκων, εξυπηρετεί την Κοινότητα Αιανής, συμπεριλαμβανομένου και του δικτύου του Αρχαιολογικού Μουσείου. Βρίσκεται λίγο έξω από τον οικισμό, δίπλα στο ρέμα του Αγίου Μάρκου, συμβάλλοντας στη βελτίωση των επιφανειακών νερών και συνεισφέροντας στη βιώσιμη και...
Κεντρική Μακεδονία Κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Συνεργασία του Δήμου Σερρών με συλλόγους ΑμεΑ για μια πιο προσβάσιμη πόλη

Η συγκεκριμένη συνάντηση αποτελεί συνέχεια της αντίστοιχης σύσκεψης, που είχε πραγματοποιηθεί τον...
Δυτική Μακεδονία Κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Στέγη για την «ΕΛΠΙΔΑ» από τον Δήμο Γρεβενών

Ειδικότερα, ο Δήμαρχος Γρεβενών, κ. Κυριάκος Ταταρίδης, υποδέχθηκε το πρωί της Παρασκευής...
Κεντρική Μακεδονία Κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση

Σε λειτουργία η νέα Στέγη Υποστηριζόμενης Διαβίωσης του Δήμου Ηρωικής Πόλεως Νάουσας

Η τελετή έγινε στις εγκαταστάσεις της δομής, επί της οδού Μαζαράκη 7Β,...
Κοινωνία Παιδεία Πειραιάς Τοπική Αυτοδιοίκηση

Στήριξη του Δήμου Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη στο έργο του 4amea

Η εκδήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο δράσεων κοινωνικής ευαισθησίας και ενίσχυσης της συμπερίληψης των ατόμων με αναπηρία. Παραβρέθηκαν ωφελούμενα μέλη, οικογένειες και εθελοντές του φορέα, σε ένα περιβάλλον ανταλλαγής εμπειριών και κοινωνικής επαφής. Η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στη μνήμη παιδιού του 4amea, την Κατερίνα, που απεβίωσε πρόσφατα. Μουσικές στιγμές με έντονο συναισθηματικό χαρακτήρα πρόσφερε η Παιδική Χορωδία «Μουσικό Όραμα», υπό τη Διεύθυνση της κ. Ρούλας Λεβαντή,Επίσης, ο Δήμαρχος Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη, κ. Κωνσταντίνος Μαραγκάκης, μοίρασε δώρα στα παιδιά και φανερά συγκινημένος αναφέρθηκε στους ιδρυτές του φορέα, κ.κ. Νένα Χρονοπούλου και Τάσο...
Διεθνή Εικαστικά Ευρώπη Ιστορία

Ουίλιαμ Χόγκαρθ (1697-1764): Ο περισσότερο Άγγλος από όλους τους Άγγλους Ζωγράφους όλων των εποχών

Ο πατέρας του Ουίλιαμ Χόγκαρθ ήταν διδάσκαλος και λογοτέχνης τρίτης σειράς, ο οποίος τον έστειλε από πολύ μικρό να μαθητεύσει κοντά σε έναν χαράκτη όπλων. Από εκεί πέρασε στη χαρακτική σε χαλκό και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλίων. Το 1726, ετοίμασε δώδεκα μεγάλες χαλκογραφίες για τον Χούντιμπρας του Μπάτλερ. Εισήχθη στην τάξη του Θόρνχιλ, όπου έμαθε την Τέχνη της Ελαιογραφίας και κατόπιν απήγαγε εκουσίως την κόρη του δασκάλου του. Ο Θόρνχιλ τον συγχώρεσε και τον προσέλαβε ως βοηθό του.

Της Παναγιώτας Σούγια
Οι εικονογραφήσεις του Χόγκαρθ για την «Τρικυμία», τον «Ερρίκο τον IV» και την «Όπερα του ζητιάνου» ήταν εικόνες με πολλή ζωντάνια: η Μιράντα τρυφερή, ο Κάλιμπαν άξεστος, ο Πρόσπερο καλόκαρδος, ο Άριελ παίζοντας τις χορδές του λαούτου στον αέρα, ο σερ Τζον Φάλσταφ καμαρωτός με τη μεγάλη κοιλιά του, ο καπετάν-Μακήθ αλυσοδεμένος, τραγουδώντας την άριά του και παραμένοντας ήρωας για τις συζύγους του. Ο μελλοντικός σατιρικός ανακάλυψε την προσωπική του φλέβα στο «Κοιμώμενο εκκλησίασμα», διότι ο Χόγκαρθ μισούσε όλα τα κηρύγματα εκτός από τα δικά του, ενώ στην «Παιδική εορτή» φαίνεται να εντρυφεί στην πλέον αξιαγάπητη φάση της αγγλικής ζωής. Σήμερα, οι εικόνες αυτές μας ευχαριστούν, στην εποχή του, όμως, δεν προκαλούσαν ευμενή σχόλια.
Δοκίμασε να ζωγραφίσει προσωπογραφίες, αλλά τα αποτελέσματα υπήρξαν ασήμαντα. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός. Δεκάδες ζωγράφοι κέρδιζαν μικρές περιουσίες κολακεύοντας τους πελάτες τους και μοίραζαν μεταξύ τους την εργασία. Ζωγράφιζαν τα κεφάλια, αντίθετα, όμως, το φόντο και τις κουρτίνες τα έφτιαχναν οι βοηθοί τους, οι οποίοι εργάζονταν για ένα κομμάτι ψωμί. Μάλιστα, ο Χόγκαρθ έλεγε πως: «Ο επικεφαλής ενός τέτοιου συνεργείου κέρδιζε περισσότερα χρήματα σε μια εβδομάδα, από όσα κέρδιζε ένας ζωγράφος με ταλέντο σε τρεις μήνες.». Επίσης, κατήγγειλε τους «παραχαράκτες», οι οποίοι ωραιοποιούσαν τα πρόσωπα των πελατών τους για να κολακεύσουν τη ματαιοδοξία τους και να τους αποσπάσουν χρήματα. Ο Χόγκαρθ ζωγράφιζε τους πελάτες του με όλες τις κρεατοελιές τους, αλλιώς δεν δεχόταν να του ποζάρουν. Μάλιστα, όταν ένας εμφανέστατα άσχημος αριστοκράτης πόζαρε για το πορτρέτο του, ο Χόγκαρθ τον ζωγράφισε με προσβλητική εντιμότητα. Ο λόρδος, μη έχοντας δει ποτέ τον εαυτό του όπως τον έβλεπαν οι άλλοι, αρνήθηκε να παραλάβει τον πίνακα, με αποτέλεσμα ο ζωγράφος να του αποστείλει την ακόλουθη ειδοποίηση:
«Ο κ. Χόγκαρθ εκφράζει τον οφειλόμενο σεβασμό προς τον λόρδο.
Διαπιστώνοντας πως ο λόρδος δεν εννοεί να παραλάβει τον πίνακά του, ο κ. Χόγκαρθ τον πληροφορεί και πάλι ότι έχει ανάγκη από χρήματα. Για αυτό, αν η εκλαμπρότητά του δεν φροντίσει να τον παραλάβει εντός τριών ημερών, ο πίνακας θα πουληθεί στον κ. Χέαρ, τον γνωστό θηριοδαμαστή. Δεδομένου ότι ο κ. Χόγκαρθ ήρθε ήδη σε προκαταρκτική συμφωνία με τον ως άνω τζέντλεμαν για την έκθεση του πίνακα…».
Ο λόρδος πλήρωσε.
Ο Χόγκαρθ είχε την πεποίθηση πως μπορούσε να ζωγραφίσει πορτρέτα καλύτερα από κάθε άλλον. Όταν ζωγράφιζε τον Χένρυ Φοξ (τον κατοπινό βαρόνο Χόλλαντ), είπε στον Οράτιο Ουώλπολ πως είχε υποσχεθεί στον Φοξ ότι αν ποζάρει σύμφωνα με τις οδηγίες του θα αποκτήσει μια προσωπογραφία αντάξια του χρωστήρα του Ρούμπενς ή του Βαν Ντάυκ. Ο Ουώλπολ αναφέρει πως τον «σοκάρισε σφοδρότατα» η προαναφερθείσα διαβεβαίωση του Χόγκαρθ. Πολλά ανδρικά πορτρέτα δικαιολογούν ενδεχομένως την αντιπάθεια την οποία αισθανόταν γι’ αυτά ο Ουώλπολ. Τα πρόσωπα αυτά είναι υπερβολικά τυποποιημένα και για ορισμένα από αυτά ταιριάζει αυτό το οποίο είπε ο ίδιος ο Χόγκαρθ για τα πορτρέτα άλλων Άγγλων ζωγράφων, ότι, δηλαδή, είναι «νεκρές φύσεις». Οφείλουμε να εξαιρέσουμε το πορτρέτο του σερ Θωμά Κόραμ. Ο Χόγκαρθ συνέλαβε τη φιλανθρωπική φύση του χαμογελαστού προσώπου και απέδωσε τον σταθερό χαρακτήρα με τα σφιγμένα δάχτυλα των χεριών. Γενικά, ο χρωστήρας του καλλιτέχνη συμπεριφερόταν, θα έλεγε κανείς, με μεγαλύτερη καλοσύνη προς τις γυναίκες παρά προς τους άντρες. Το «Πορτρέτο μιας λαίδης», συναγωνίζεται τον Γκέινσμπορο. Η «Λαίδη με τα καφετιά», έχει τα ισχυρά χαρακτηριστικά γυναίκας, η οποία γέννησε και ανέθρεψε επιτυχώς πολλά παιδιά. Και αν η «Δεσποινίς Μαίρη Έντουαρντς» είναι ελαφρώς νεκρή, της προσδίδει αρκετή ζωή ο πάντοτε παρών στους πίνακες του Χόγκαρθ σκύλος. Ωραιότερα είναι τα ομαδικά πορτρέτα, όπως: «Η οικογένεια των Πράις» και «Τα τέκνα του Γκράχαμ», και ακόμη καλύτερο το έργο: «Οι υπηρέτες του Χόγκαρθ», όπου κάθε πρόσωπο έχει σχεδιασθεί με αγάπη και έχει αποτυπωθεί ο ανεπανάληπτος χαρακτήρας του. Βέβαια, το τελειότερο από όλα τα πορτρέτα είναι το «Κορίτσι με τις γαρίδες», αλλά αυτό δεν είναι πλέον πορτρέτο, είναι ανάμνηση μιας νεαρής πλανόδιας πωλήτριας, η οποία μεταφέρει το εμπόρευμά της με ένα καλάθι στο κεφάλι της. Ένα κορίτσι, το οποίο δεν ντρέπεται επειδή είναι ρακένδυτο και κοιτάζει τον κόσμο με αισιοδοξία, η οποία προσδίδει ρόδινο χρώμα στα μάγουλά της και λάμψη στα μάτια της.
Ο Χόγκαρθ άφησε τουλάχιστον τέσσερις αυτοπροσωπογραφίες του. Το 1745, ζωγράφισε τον εαυτό του με τον χοντρό του σκύλο Τραμπ.

Το 1758, έδειξε το εαυτό του μπροστά από το καβαλέτο του: κοντό, γεροδεμένο κορμί, στρογγυλό πρόσωπο, φαρδιά μύτη, γαλανά μάτια, κουρασμένα από τις μάχες, χείλη σφιγμένα, ένδειξη πως ο κάτοχός τους είναι έτοιμος να ριχτεί εκ νέου στη μάχη. Ήταν, κατά τη γνώμη του Θακερέυ, «ένας εύθυμος, τίμιος Λοντρέζος, καλόκαρδος, ντόμπρος, ένας άνθρωπος που αγαπάει το γέλιο του, τους φίλους του, το ποτήρι του, το ροζμπήφ της Παλιάς Αγγλίας.».

Είχε ύψος μόλις πέντε ποδών, έφερε, όμως, ξίφος και «δεν άφηνε να κάτσει μύγα στο σπαθί του.». Πίσω από την αμυντική του εριστικότητα κρυβόταν μια θερμή καρδιά, ενίοτε συναισθηματική, έτοιμη ανά πάσα ώρα και στιγμή να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της υποκρισίας και της σκληρότητας. Απεχθανόταν τους υπεροπτικούς λόρδους, τους οποίους ζωγράφιζε, και συμπαθούσε τους απλούς Λονδρέζους. Έφερε τις αγγλικές μάζες στην περιοχή της Ζωγραφικής και τις απεικόνισε με όλες τις αμαρτίες κα τα βάσανά τους, στη φυλακή και στον τόπο της σκληρής εργασίας. Αντιπαθούσε τους Γάλλους, διότι κατά τη γνώμη του είχαν διαφθείρει την Αγγλία με το επιφανειακό λεπτό τους γούστο και το αριστοκρατικό τους ύφος. Δεν λησμόνησε ποτέ πως τον συνέλαβαν διότι έκανε σκίτσα της Πύλης του Καλαί. Εκδικήθηκε εικονίζοντας τους Γάλλους όπως τους είδε εκεί: ρακένδυτους εργάτες, προληπτικούς ανθρώπους του λαού και έναν χοντρό καλόγερο, ο οποίος κοιτάζει εκστατικός ένα βοδινό μπούτι.
Στα Ανέκδοτά του, ο Χόγκαρθ αφηγήθηκε πως τα μη επικερδή πορτρέτα του τον ανάγκασαν να στραφεί προς την κατεύθυνση η οποία τον κατέστησε διάσημο:
«Δεν είχα καμιά όρεξη να καταντήσω βιομήχανος πορτρέτων. Και εξακολουθώντας να έχω τη φιλοδοξία να δουλέψω μοναχός μου, κατά τρόπο ανεξάρτητο, εγκατέλειψα κάθε προσδοκία κέρδους από αυτή την πηγή. … Μια και δεν μπορούσα να εξαναγκάσω τον εαυτό μου να ενεργήσει σαν μερικούς συναδέλφους μου και να μετατρέψω τη δουλειά μου σε ένα είδος βιομηχανίας, που θα βασιζόταν σε ζωγράφους φόντων, έφτασα στο σημείο να μην μπορώ να αντιμετωπίσω τα έξοδα της οικογένειάς μου. Γι’ αυτό, λοιπόν, σκέφτηκα να ζωγραφίσω και να χαράξω επίκαιρα ηθικά θέματα, να μπω, δηλαδή, σε ένα χωράφι, που δεν είχε καλλιεργηθεί σα καμιά χώρα και σε καμιά εποχή.».
Έτσι, το 1731, ζωγράφισε έξι πίνακες, τους οποίους τιτλοφόρησε: «Η ζωή μιας πόρνης». Τους χάραξε σε χαλκό. Εκτυπωμένες οι χαλκογραφίες αυτές προσφέρθηκαν μετά από έναν χρόνο προς πώληση. Ένα κορίτσι φτάνει από την επαρχία και μια προαγωγός το γνωρίζει σε έναν ανυπόμονο τζέντλεμαν. Η νεαρή είναι επιδεικτική μαθήσεως και σε λίγο χρονικό διάστημα αποκτά επιδεικτικά λούσα. Συλλαμβάνεται όχι για πορνεία, αλλά για κλοπή. Εκτίει την ποινή της στη φυλακή. Δεν αργεί να έρθει η ασθένεια και ο θάνατος, έχει, όμως, την παρηγοριά πως στην κηδεία της παρέστησαν πολλές εταίρες. Ο Χόγκαρθ μπορούσε εύκολα να σχεδιάσει τους χαρακτήρες του εκ του φυσικού. Είχε δει την κ. Νίντχαμ να κρίνεται ένοχη πορνείας να υφίσταται την ποινή του κυφωνισμού, να λιθοβολείται και να πεθαίνει από τα ανοιχτά τραύματα. (Ωστόσο, ο Συνταγματάρχης Τσάρτερις, ο οποίος είχε κατηγορηθεί δύο φορές σε θάνατο για βιασμό, έλαβε δύο φορές χάρη από τον βασιλιά και πέθανε ως ευυπόληπτος πολίτης στο αγρόκτημά του).
Ο Χόγκαρθ έκανε λάθος νομίζοντας πως ξεχέρσωνε παρθένα δάση με αυτού του είδους τα ηθογραφικά θέματα. Τα θέματά αυτά τα είχαν ήδη εκμεταλλευτεί διάφοροι ζωγράφοι στην Ιταλία της Αναγέννησης, στη Γαλλία, στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία. Αλλά, ο Χόγκαρθ, έκανε τώρα μια τέχνη και μια φιλοσοφία με αυτά τα «ηθικά θέματα»: Όπως οι περισσότεροι ηθικολόγοι, δεν ήταν άσπιλος ο ίδιος. Μπορούσε να συναναστρέφεται με μεγάλη άνεση μέθυσους και πόρνες, και σχεδίαζε τις χαλκογραφίες του όχι τόσο για να βοηθήσει τους ανθρώπους να γίνουν άγιοι, όσο για να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα.
Οι «Χαλκογραφίες της Πόρνης» είχαν αρκετά μεγάλη ζήτηση. Αγοράστηκαν από χίλιους διακόσιους συνδρομητές και ο Χόγκαρθ αποκόμισε συνολικό κέρδος χιλίων λιρών. Δημοσιεύτηκαν και πειρατικές εκδόσεις, οι οποίες μείωσαν τα έσοδα του Ζωγράφου, συνετέλεσαν, όμως, στη διαφήμιση του έργου του. Το Βρετανικό κοινό, το οποίο δεν είχε πάθος με τη Ζωγραφική, ενδιαφέρθηκε ζωηρότατα γι’ αυτές τις σκηνές της αμαρτίας. Είχε τώρα στη διάθεσή του τον απαγορευμένο καρπό, αποστειρωμένο από την ηθική, γευστικότατο, όμως, μολαταύτα. Έναντι ελάχιστου ποσού μπορούσε ο καθένας να γνωρίσει την κακία και να παρακολουθήσει με ικανοποίηση την τιμωρία της. Με τα κέρδη του, ο Χόγκαρθ μπορούσε τώρα να θρέψει την οικογένειά του. Πράγματι, μίσθωσε ένα σπίτι στο αριστοκρατικό Λέισεστρε Φιλντ και κρέμασε έξω από την πόρτα του μια χοντρή χρυσή κεφαλή, δείγμα του επαγγέλματός του ως Ζωγράφου. Αργότερα, αγόρασε μια αγροικία στο Τσίσγουικ.
Ζωγράφισε αρκετούς μεγάλους πίνακες κατά τα επόμενα έτη, κυρίως, την «Εμποροπανήγυρη του Σάουθγαρκ» -ένας Άγγλος Μπρύγκελ- και ένα ωραίο πορτρέτο, την «Οικογένεια των Έντουαρντς». Αλλά, το 1733, επανήλθε στις χαλκογραφίες και δημιούργησε μια παράλληλη ιστορία με την «Πόρνη» του. Η νέα σειρά είχε τον τίτλο: «Η ζωή ενός εκλύτου». Ένας νέος γλεντζές κληρονομεί ξαφνικά ένα πλούσιο κτήμα. Εγκαταλείπει την Οξφόρδη και μεταβαίνει στο Λονδίνο, όπου διασκεδάζει με γυναίκες ελευθέριων ηθών στα ταβερνεία, με αποτέλεσμα να σπαταλήσει τα χρήματά του και να βρεθεί φυλακισμένος για χρέη. Τον σώζει μια ερωμένη του και εντός ολίγου γίνεται και πάλι φερέγγυος, νυμφευόμενος μια γηραιά λαίδη, μονόφθαλμη μεν, αλλά με πολλά χρήματα. Χάνει και τη νέα του περιουσία χαρτοπαίζοντας στη λέσχη Χουάιτ, φυλακίζεται εκ νέου και τελειώνει τη σταδιοδρομία του στο φρενοκομείο Μπέντλαμ. Η σειρά αυτή των εικόνων ήταν ένα ευκολονόητο ηθικοπλαστικό έργο. Ήταν, επίσης, μια γραφική παρουσίαση αρκετών πλευρών της ζωής κατά την εποχή εκείνη. Για να προφυλάξει τον «Έκλυτο» από τις πειρατικές εκδόσεις, ο Χόγκαρθ ζήτησε μέσω του Τύπου τη νομική προστασία των δικαιωμάτων του. Το 1735, το Κοινοβούλιο ψήφισε τον «Νόμο περί ενισχύσεως της Ζωγραφικής, της Χαρακτικής, της Χαλκογραφίας κ.λπ.». Ο νόμος αυτός, γνωστός ως «Νόμος του Χόγκαρθ», του εξασφάλισε το copyright για τις χαλκογραφίες του. Το 1745, πώλησε σε δημοπρασία τους πίνακες, βάσει των οποίων χάραξε την «Πόρνη» και τον «Έκλυτο», και έλαβε 427 λίρες.
Οικονομικά ανεξάρτητος και έχοντας εμπιστοσύνη στις καλλιτεχνικές του δυνάμεις, ασχολήθηκε και πάλι με τη Ζωγραφική. «Είχα την ελπίδα ότι θα πετύχω στο είδος, που οι μελετητές της τέχνης ονομάζουν «υψηλό στιλ ιστορικών σκηνών». Κατά τη δεκαετία του 1735 με 1745 ζωγράφισε μερικούς έξοχους πίνακες, η αξία των οποίων αναγνωρίστηκε ύστερα από έναν ολόκληροι αιώνα. Ο απελπισμένος ποιητής είναι η παλιά ιστορία του πτωχού συγγραφέα, ο οποίος δεν έχει να πληρώσει το ενοίκιό του, ενώ η σύζυγός του ασχολείται υπομονετικά με το πλεκτό της και η γάτα κοιμάται ήρεμη στα πόδια της. «Η πηγή της Βεθεσδά», ήταν μια απόπειρα απεικόνισης μιας βιβλικής σκηνής. Ο Χόγκαρθ, όμως, την καρύκευσε με μια ημίγυμνη ωραία γυναίκα κατέναντι του Χριστού. Ο καλλιτέχνης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στη γυναικεία σάρκα και στο χαρακτικό του, με τίτλο: «Θεατρίνες περιοδεύοντος θιάσου ντύνονται μέσα σε έναν στάβλο», σχεδίασε τις γυναίκες τη στιγμή ακριβώς που αλλάζουν ένδυμα και φαίνονται γυμνά ορισμένα μέλη του σώματός τους. Η «καλή Σαμαρείτης», αγγίζει το επίπεδο των «Παλαιών Μαιτρ». Περισσότερη εντύπωση προκαλεί ο «Δαυίδ Γκάρρικ ως Ριχάρδος 3ος». Ο πίνακας αυτός ήταν παραγγελία ενός κυρίου Ντουνκόμπ, ο οποίος πλήρωσε γι’ αυτόν διακόσιες λίρες. Ήταν η μεγαλύτερη αμοιβή από όσες δόθηκαν μέχρι τη στιγμή εκείνη σε Άγγλο Ζωγράφο.

Ωστόσο, τα έργα αυτά δεν απέσπασαν τον έπαινο της κριτικής. Ο Χόγκαρθ επανήλθε και πάλι (1745) στη σάτιρα της ζωής του Λονδίνου, διηγούμενος με μια σειρά χαλκογραφίες μια ιστορία με ηθικό επιμύθιο. Στην πρώτη σκηνή του «Κοσμικού γάμου», ένας χρεοκοπημένος κόμης διαπραγματεύεται με έναν πλούσιο δημοτικό σύμβουλο, προσφέροντας τον τίτλο του υιού του έναντι της προίκας της κόρης του δεύτερου, ενώ ούτε ο νέος, ούτε η νέα επιθυμούν αυτόν τον γάμο. Υπογράφεται το συμβόλαιο. Ο κόμης επιδεικνύει την ευγενική καταγωγή του, ένα γενεαλογικό δένδρο σχεδιασμένο πάνω σε περγαμηνή. Ο συμβολαιογράφος ρίχνει στυπωτική πούδρα στις υπογραφές. Ο γαμπρός αποστρέφει το πρόσωπό του από τη νύφη, η οποία ακούει με ευχαρίστηση τα όσα της ψιθυρίζει κρυφίως ο εραστής της. Και δύο σκύλοι μονοπωλούν την οικογενειακή ευτυχία. Στην επόμενη σκηνή γίνεται φανερό πως τίποτε δεν συνδέει το ζεύγος: ο νεαρός λόρδος έχει επιστρέψει από μια ολονύχτια περιπέτεια. Ένα δαντελλένιο γυναικείο σκουφάκι εξέχει ακόμη από την τσέπη του. Η νεαρή σύζυγος χασμουριέται, διότι όλη τη νύχτα είχε καλεσμένους, τους οποίους διασκέδασε με μουσική, χαρτοπαιξία και κουτσομπολιά. Και πάλι, μόνο ο σκύλος είναι ευτυχής. Η Τρίτη σκηνή είναι η τολμηρότερη του Χόγκαρθ: ο ασυνείδητος λόρδος συνοδεύει την ερωμένη του στο ιατρείο ενός κομπογιαννίτη για να υποστεί έκτρωση.

Στην τέταρτη σκηνή βλέπουμε τη σύζυγο να χτενίζει την κόμη της στο μπουντουάρ της. Ο εραστής της είναι κοντά της και υπάρχουν και άλλοι επισκέπτες, οι οποίοι παίζουν μουσική ή τραγουδούν. Μεταξύ των επισκεπτών είναι και ένας νεαρός, εμφανώς θηλυπρεπής. Στην Πέμπτη σκηνή, ο σύζυγός της την έχει συλλάβει με τον εραστή της. Οι δύο άντρες ξιφομαχούν. Ο σύζυγος τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εραστής δραπετεύει από το παράθυρο. Η σύζυγος εκφράζει τη βαθύτατή της μεταμέλεια. Ένας αστυφύλακας εμφανίζεται στην πόρτα. Στην τελική σκηνή η νεαρή χήρα ετοιμοθάνατη. Ο πατέρας της αφαιρεί από το δάχτυλό της το πολύτιμο δαχτυλίδι, σώζοντας έτσι το τελευταίο υπόλειμμα της περιουσίας, την οποία πλήρωσε για να αγοράσει τον τίτλο της.
Το 1751, ο Χόγκαρθ ανήγγειλε πως θα πουλούσε σε δημοπρασία, σε ορισμένη ώρα στο εργαστήριό του, τις ελαιογραφίες του, βάσει των οποίων είχε χαράξει τον «Κοσμικό Γάμο». Ειδοποίησε, όμως, τους εμπόρους πινάκων να μην προσέλθουν. Μόνον ένας αγοραστής παρουσιάστηκε, ο οποίος πρόσφερε 126 λίρες για τους πίνακες και τις κορνίζες τους. Ο Χόγκαρθ δέχτηκε να τους αποχωριστεί έναντι αυτής της τιμής, είχε γίνει, όμως, έξω φρενών, διότι κατά τη γνώμη του η συναλλαγή αυτή ήταν μια επαίσχυντη αποτυχία. Το 1797, οι συγκεκριμένοι πίνακες πωλήθηκαν έναντι 1.381 λιρών. Σήμερα, θεωρούνται ανεκτίμητοι θησαυροί της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου.
Εν τω μεταξύ,, ο Χόγκαρθ είχε προκαλέσει την οργή του βασιλιά με την «Πορεία της Φρουράς προς Σκωτίαν» (1745).

Ήταν το έτος κατά το οποίο ο Ωραίος Πρίγκιπας Τσαρλ επιχείρησε να ανατρέψει τους Αννοβεριανούς. Ο Χόγκαρθ, απεικόνισε τη Βασιλική Φρουρά να συγκεντρώνεται στο Φίντσλεϊ, ένα προάστιο του Λονδίνου. Ένας παίκτης πλαγιαύλου και ένας τυμπανιστής καλούν τους στρατιώτες να παραταχθούν. Οι άντρες δέχονται τη μοίρα τους με τη βοήθεια της μέθης. Αποτελούν ένα αξιοθρήνητο μπουλούκι, το οποίο φαίνεται ότι μεταβαίνει προς διασκέδαση σε ένα ταβερνείο και όχι για να αντιμετωπίσει ηρωικά τον θάνατο στο πεδίο της μάχης. Ο Ζωγράφος φρόντισε να επιδείξει μέσω τρίτου προσώπου τον πίνακα στον Γεώργιο τον ΙΙο, με την παράκληση να του δοθεί η άδεια να του τον αφιερώσει. Ο βασιλιάς αρνήθηκε: «Πώς;, αναφώνησε. Ένας Ζωγράφος γελοιοποιεί τους στρατιώτες μου. Πάρτε από δω τη σαχλαμάρα του να μην τη βλέπω.». Διαδόθηκε η φήμη ότι ο Χόγκαρθ αφιέρωσε τον πίνακα στον Φρειδερίκο τον Μέγα, αποκαλώντας τον ως «προστάτη των τεχνών και των επιστημών».Επανήλθε και πάλι στα σατιρικά του θέματα. Σε δώδεκα χαλκογραφίες με τον τίτλο: «Φιλεργία και οκνηρία» (1747), περιέγραψε τις σταδιοδρομίες δύο μαθητευόμενων. Ο Φρανκ Γκουντσάιλντ, εργάζεται σκληρά, διαβάζει καλά βιβλία, παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία κάθε Κυριακή, νυμφεύεται την κόρη του εργοδότη του, δίνει ελεημοσύνη στους φτωχούς, γίνεται δημοτικός σύμβουλος και, τελικά, λόρδος Δήμαρχος του Λονδίνου. Ο Τομ Ιντλ ροχαλίζει με το κεφάλι του ακουμπισμένο στον αργαλειό του, διαβάζει ανήθικα βιβλία, όπως το «Μολλ Φλάντερς», μεθοκοπά, χαρτοπαίζει, ξαφρίζει πορτοφόλια και, τελικά, προσάγεται ενώπιον του Δημοτικού Συμβούλου Γκουντσάιλντ, ο οποίος αισθάνεται βαθύτατο οικτο για τον Ιντλ, δακρύζει από τη λύπη του, αλλά τον καταδικάζει σε θάνατο δια απαγχονισμού. Δύο χαλκογραφίες, με τον τίτλο: «Τζιν Λέιν» και «Μπύρα Στρητ» (1751), αντιπαρέθεταν «τα ολέθρια αποτελέσματα της τζινοποσίας» στην υγιεινή μπυροποσία. «Τα τέσσερα στάδια της σκληρότητας» (1751), σκοπό είχαν, λέει ο καλλιτέχνης», «να θέσουν τέρμα στη βάρβαρη συμπεριφορά έναντι των ζώων. Και μόνον η θέα αυτής της συμπεριφοράς εδώ στην πρωτεύουσά μας, προσβάλλει κάθε ευαίσθητο άνθρωπο. Έχοντας ζωγραφίσει αυτές τις εικόνες, αισθάνομαι πολύ πιο περήφανος από ό,τι θα αισθανόμουν αν ήμουν ο δημιουργός των «Σχεδίων του Ραφαήλου».». Με τις «Τέσσερις Χαλκογραφίες μιας εκλογής» (1755-58) έστρεψε τα βέλη του εναντίον της εξαγοράς των ψήφων από τους Άγγλους πολιτικούς.
Ως σχέδια, οι χαλκογραφίες του Χόγκαρθ είναι χονδροειδείς στη σύλληψη και στην εκτέλεσή τους. Στις λεπτομέρειές τους θυμίζουν πρόχειρα σκίτσα. Αλλά ο Χόγκαρθ θεωρούσε τον εαυτό του συγγραφέα ή δραματουργό, μάλλον, παρά Ζωγράφο. Έμοιαζε περισσότερο με τον φίλο του Φήλντινγκ, παρά με τον ευνοούμενο εχθρό του Ουίλιαμ Κεντ. Σκοπός του ήταν να παρουσιάσει μια εικόνα της εποχής και όχι να επιδείξει την τελειότητα της τεχνικής του. «Προσπάθησα να χειριστώ το θέμα μου σαν θεατρικός συγγραφέας. Η εικόνα μου είναι η σκηνή μου και οι άντρες και οι γυναίκες οι ηθοποιοί μου, που με τις πράξεις τους και τις χειρονομίες τους παίζουν μια θλιβερή κωμωδία.». Καθ’ ότι σάτιρες, οι χαλκογραφίες του είναι πλήρεις εσκεμμένων υπερβολών. Οι υπερβολές σκοπό έχουν να τονίσουν περισσότερο μια άποψη ή να καταστήσουν οξύτερο τον σαρκασμό. Είναι περισσότερο φορτωμένες με λεπτομέρειες, από ό,τι θα έπρεπε να είναι ένα έργο Τέχνης. Αλλά κάθε λεπτομέρεια, εκτός από τον πανταχού αρόντα σκύλο, συμβάλλει στην ανάπτυξη του θέματος. Λαμβανόμενες όλες μαζί, οι χαλκογραφίες μας επιτρέπουν να μελετήσουμε την κατώτερη μέση τάξη του Λονδίνου του 18ου αιώνα: τις οικίες, τα ταβερνεία, το Μαλλ, το Κόβεντ Γκάρντεν, τη Γέφυρα του Λονδίνου, το Τσήπσαϊντ, το Μπράιντγουελ, το Μπέντλαμ και τη Φλητ Στρητ. Δεν είναι, βέβαια, ολόκληρο το Λονδίνο, αλλά ό,τι υπάρχει στις χαλκογραφίες έχει απεικονιστεί με εξαιρετική ζωντάνια.
Οι κριτικοί της Τέχνης, οι συλλέκτες και οι έμποροι πινάκων της εποχής, δεν αναγνώρισαν ούτε την ικανότητα του Χόγκαρθ ως Ζωγράφου, ούτε την αλήθεια του ως σατιρικού. Τον κατηγόρησαν, διότι ζωγράφισε μόνον «τα κατακάθια» της αγγλικής ζωής. Τον ειρωνεύονταν, διότι στράφηκε προς τις λαϊκές σκηνές. Και απέρριπταν τα σχέδιά του ως «αφρόντιστα και κακοφτιαγμένα». Ο Χόγκαρθ αντεπιτέθηκε, καταγγέλλοντας τους εμπόρους πινάκων ως συνομωτούντες για να ανεβάσουν τις τιμές των «Παλαιών Μαιτρ» και ως αδιαφορούντες για τους ζώντες καλλιτέχνες, οι οποίοι πέθαιναν από την πείνα:
«Ακόμη και ο καλύτερα διατηρημένος και ο πιο καλοδουλεμένος παλιός πίνακας δεν είναι δυνατόν να πουληθεί σε μια δημοπρασία παραπάνω από πέντε σελίνια, αν δεν φροντίσουν οι έμποροι να πληροφορήσουν το κοινό ότι πρόκειται για ένα έργο του τάδε ονομαστού μαιτρ, δηλαδή, για ένα έργο, η αξία του οποίου έχει καθιερωθεί από μια πολύχρονη παράδοση. Ενώ, απεναντίας, ένας απερίγραπτος πίνακας, ακόμη και επιδιορθωμένος, όταν διαφημιστεί κατάλληλα από τους εμπόρους, μπορεί να πουληθεί σε οποιαδήποτε τιμή, και να πάρει τη θέση του στις αξιολογότερες συλλογές. Όλα αυτά τα γνωρίζουν πολύ καλά οι έμποροι.».
Ο Χόγκαρθ αρνιόταν να υποταχτεί στην κρίση τέτοιων εμπόρων ή τεχνοκριτών. Έλεγε ότι είναι απαράδεκτο να μιμούνται δουλικά οι Άγγλοι Ζωγράφοι τον Βαν Ντάυκ ή τον Λελύ ή τον Νέλλερ. Ακόμη και στους γίγαντες της Ιταλικής Τέχνης είχε κολλήσει το παρατσούκλι «Μαύροι Μαιτρ», διότι κατά τη γνώμη του είχαν σκεπάσει την Αγγλική Ζωγραφική με τον νεκρικό πέπλο της μαύρης μαγείας των καστανών χρωμάτων τους. Όταν ένας πίνακας, αποδιδόμενος στον Κορρέτζιο, πουλήθηκε στο Λονδίνο έναντι τετρακοσίων λιρών, ο Χόγκαρθ αμφισβήτησε την πατρότητά του και υποστήριξε την άποψη ότι η τιμή ήταν υπερβολική. Προσφέρθηκε, μάλιστα, να ζωγραφίσει έναν πίνακα εξίσου καλό. Προκληθείς, ζωγράφισε τη «Σιγισμούνδα» (1759), μια καλή μίμηση του Κορρέτζιο, με δαντέλες, αραχνοΰφαντα υφάσματα, λεπτά χέρια και ωραίο πρόσωπο. Αλλά ο πελάτης βρήκε τα μάτια υπερβολικά μελαγχολικά και αρνήθηκε να πληρώσει τις τετρακόσιες λίρες, τις οποίες ζήτησε ο Χόγκαρθ για το έργο του. Ο πίνακας πουλήθηκε μετά από τον θάνατό του έναντι 56 λιρών.
Ο Χόγκαρθ έδωσε και μια άλλη λαβή στους εχθρούς του, συγγράφοντας ένα βιβλίο. Στην παλέτα του πορτρέτου του εαυτού του και του σκύλου του (1745) είχε χαράξει μια γραμμή σαν σερπαντίνα, η οποία κατά τη γνώμη του αποτελούσε το βασικό στοιχείο της ωραίας μορφής. Σε μια πραγματεία, με τον τίτλο: «Ανάλυση της ομορφιάς» (1753), καθόρισε τη συγκεκριμένη γραμμή ως σχηματιζόμενη δια της ομαλής στρέψης ενός σύρματος γύρω από έναν κώνο. Κατά την άποψή του, μια τέτοια γραμμή δεν αποτελούσε μόνον το μυστικό της χάριτος, αλλά και την κίνηση της ζωής. Για τους κριτικούς του Χόγκαρθ, όλα αυτά ήταν απαράδεκτοι παραλογισμοί.
Παρ’ όλα αυτά, ο Χόγκαρθ είχε εξασφαλίσει ένα σταθερό εισόδημα, διότι οι χαλκογραφίες του πουλιόντουσαν συνεχώς και στόλιζαν τα σπίτια των μορφωμένων Άγγλων. Το 1757, η «Πορεία της Φρουράς», είχε ήδη λησμονηθεί και ο Χόγκαρθ διορίστηκε ως «Ζωγράφος της Αυτού Μεγαλειότητας», εξασφαλίζοντας έτσι άλλες διακόσιες λίρες τον χρόνο. Τώρα, μπορούσε να αποκτήσει και νέους εχθρούς. Το 1762, εξέδωσε μια χαλκογραφία με τον τίτλο: «Οι καιροί», η οποία στρεφόταν εναντίον του Πιτ, του Γουίλκινς και άλλων, εικονίζουσα αυτούς ως πολεμοκάπηλους. Ο Γουίλκινς απάντησε στην εφημερίδα του, «Ο Βόρειος Βρετανός», περιγράφοντας τον Χόγκαρθ ως ματαιόδοξο και φιλάργυρο γέρο, ανίκανο να αντιληφθεί «την ιδέα της ωραιότητας». Ο Χόγκαρθ ανταπάντησε δημοσιεύοντας ένα πορτρέτο του Γουίλκινς, όπου τον απεικόνισε ως αλλήθωρο τέρας. Ένας φίλος του Γουίλκινς, ο Τσώρτσιλ, απάντησε με μια δριμύτατη «Επιστολή προς Ουίλιαμ Χόγκαρθ». Ο Χόγκαρθ δημοσίευσε μια χαλκογραφία εικονίζουσα τον Τσώρτσιλ με μορφή αρκούσας. «Η ευχαρίστηση και τα χρήματα που κέρδισα από τις δύο αυτές χαλκογραφίες, έγραφε ο Χόγκαρθ, καθώς και η ιππασία που έκανα πότε-πότε, με βοήθησαν να διατηρήσω την υγεία μου, όσο είναι δυνατόν κάτι τέτοιο στην ηλικία που βρίσκομαι.». Αλλά την 26η Οκτωβρίου 1764 πέθανε από εσωτερική αιμορραγία.
Δεν άφησε κανένα ορατό ίχνος στην Τέχνη της εποχής του. Το 1734, άνοιξε μια «ζωντανή σχολή» για την εκπαίδευση Ζωγράφων. Το 1768, η σχολή του ενσωματώθηκε στη Βασιλική Ακαδημία των Καλών Τεχνών. Ακόμη και οι Ζωγράφοι, οι οποίοι μαθήτευσαν στο εργαστήριό του, εγκατέλειψαν τον ρεαλισμό του και προτίμησαν τον ιδεαλισμό του Ρέυνολντς και του Γκαίνσμπορω, ο οποίος ήταν τότε του συρμού. Η επίδρασή του, ωστόσο, υπήρξε αισθητή στον τομέα της γελοιογραφίας. Εκεί, το χιούμορ και η ζωντάνια του επηρέασε τον Θωμά Ρόουλαντσον και πέρασε στο έργο του Ισαάκ και του Γεωργίου Κρούικσανκ, και η γελοιογραφία έγινε Τέχνη. Η παρούσα φήμη του Χόγκαρθ άρχισε να εδραιώνεται από τη στιγμή που ο Χουίστλερ είπε ότι ο Χόγκαρθ ήταν «ο μόνος μεγάλος Άγγλος Ζωγράφος». Ο Χουίστλερ φρόντισε να εξαιρέσει τον εαυτό του από τη σύγκριση. Ένας λιγότερο επιφυλακτικός κριτής είχε τη γνώμη ότι ο Χόγκαρθ, «στα καλύτερα έργα του, είναι η προεξέχουσα μορφή στη Ζωγραφική του 18ου αιώνα.». Η παραπάνω εκτίμηση είναι χαρακτηριστική της τρέχουσας υποτίμησης του Ρέυνολντς ως φιλοχρήματου ωραιοποιού των αριστοκρατών. Είναι μία αντίληψη ή, μάλλον, μία διάθεση, η οποία θα περάσει. Είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς τον Χόγκαρθ ως Ζωγράφο, διότι δεν ήταν μόνον αυτό. Ήταν, επίσης, η φωνή της Αγγλίας, η οποία είχε εξοργιστεί, βλέπουσα την ίδια της την αθλιότητα και κατάπτωση. Ο Χόγκαρθ, δικαίως θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικό αναμορφωτή. Έτσι τον έβλεπε και ο Φήλντινγκ: «Τολμώ να βεβαιώσω ότι αυτά τα δυο του έργα, που τα λένε: «Η Ζωή μιας πόρνης» και «Η Ζωή ενός εκλύτου», εξυπηρετούν πολύ περισσότερο την υπόθεση της αρετής… από όλα τα ηθικοπλαστικά βιβλία, που γράφτηκαν ποτέ.». Ένα πράγμα είναι βέβαιο: Ο Χόγκαρθ υπήρξε ο περισσότερο Άγγλος από όλους τους Άγγλους Ζωγράφους όλων των εποχών.».