Επίκαιρη εκδήλωση-συζήτηση της Νέας Αριστεράς, με θέμα: «Σχολείο με δημοκρατία, κοινωνία με αλληλεγγύη, η απάντηση στην ενδοσχολική βία»
Το απόγευμα της Παρασκευής 26 Απριλίου 2024, στον Κινηματογράφο «Τριανόν», στο κέντρο της Αθήνας, η Νέα Αριστερά διοργάνωσε μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση, με θέμα: «Σχολείο με δημοκρατία, κοινωνία με αλληλεγγύη, η απάντηση στην ενδοχολική βία», κατά τη διάρκεια της οποίας η βουλευτής της Νέας Αριστεράς, κ. Έφη Αχτσιόγλου, συζήτησε με εκλεκτούς συνομιλητές για το σοβαρότατο αυτό θέμα, με συντονίστρια την Ψυχολόγο και πρώην βουλευτή, κ. Βασιλική Κατριβάνου.
Ρεπορτάζ-Φωτογραφίες: Παναγιώτα Σούγια
Την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή εκδήλωση προλόγισε και στη συνέχεια συντόνισε η Ψυχολόγος, πρώην βουλευτής, κ. Βασιλική Κατριβάνου, η οποία ανέφερε πως: «Η ιδέα να γίνει αυτή η εκδήλωση είναι νομίζω στο μυαλό πολλών από τον χώρο της Νέας Αριστεράς, αλλά νομίζω ότι απασχολεί και είναι στο μυαλό ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, και όχι μόνο, αλλά και διεθνώς. Το θέμα, δηλαδή, της ενδοσχολικής βίας, αλλά και οι απαντήσεις που μπορούμε να έχουμε γι’ αυτό. Δηλαδή, ουσιαστικά, πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα σχολείο δημοκρατικό, ένα σχολείο συμπεριληπτικό και μία κοινωνία με αλληλεγγύη, αυτός που είναι και ο τίτλος μας. Ο λόγος που δεν μιλάμε γενικά για τη νεανική βία, που είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα, και έτσι όπως παρουσιάζεται στα Μέσα αυτόν τον τελευταίο καιρό, είναι ότι θέλουμε να εστιάσουμε στον χώρο του σχολείου, ώστε να μπορούμε να είμαστε πιο ουσιαστικοί, να μην γενικολογήσουμε για τα πάντα όλα, αλλά να μπορέσουμε να συζητήσουμε και να σκεφτούμε μαζί για το τι γίνεται στο σχολείο και να δούμε και τι προτάσεις έχουμε.».
Συνχίζοντας, η κ. Κατριβάνου επισήμανε πως: «Μας απασχολεί πολύ το θέμα της ενδοσχολικής βίας σχετικά και με την απάντηση του Υπουργείου, με τα μέτρα που προτείνει. Μέτρα παρωχημένα και μέτρα αυταρχικά, μέτρα κατασταλτικά, όπως πενθήμερη αποβολή, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Προ ημερών άκουγα τον Πέτρο Δαμιανό, που είναι Διευθυντής του Σχολείου των φυλακών Αυλώνα, που έλεγε πως τα περισσότερα παιδιά, που έχει στη φυλακή, έχουν περάσει πολλές φορές από διαφορετικά σχολικά περιβάλλοντα. Ποινικοποίηση των καταλήψεων, ηλεκτρονική πλατφόρμα καταγγελίας, που θα ακολουθεί τους εκπαιδευτικούς για πολλά χρόνια, και μία αντιμετώπιση κατασταλτική, αντί να έχουμε μέτρα πρόληψης, αντί να δούμε πώς τα παιδιά θα ακούγονται περισσότερο, πώς θα δημιουργήσουμε ένα σχολικό περιβάλλον, που τα παιδιά θα μαθαίνουνε δεξιότητες για τη ζωή τους, θα αναπτύσσουν τα ταλέντα τους, θα υπάρχει Τέχνη. Και όλα αυτά, σε αυτό το πλαίσιο έχουμε και τα Μ.Μ.Ε., που παρουσιάζουνε μια έξαρση της βίας. Δεν έχουμε, όμως, πραγματικά έρευνες, να δούμε αν έχουμε έξαρση της βίας. Και αυτό είναι ενδιαφέρον. Δημιουργείται ένας πανικός, χωρίς να τεκμηριώνεται. Μ.Μ.Ε., που μιλάν για παιδιά-δράστες και για παιδιά επικίνδυνα. Όταν εμείς θέλουμε να μιλήσουμε για παιδιά σε κίνδυνο. Και όταν, συγχρόνως, κατεβαίνει το όριο φυλάκισης των ανηλίκων στις φυλακές των ενηλίκων, στα 21 χρόνια. 21 χρονών θα μπει σε φυλακή με ενηλίκους. Η πορεία σου είναι προδιαγεγραμμένη με έναν τρόπο. Εστιάζουμε, λοιπόν, στην καταστολή. Έχει μετρηθεί ότι στην κοινή γνώμη η αυστηροποίηση, η καταστολή, έχει πολύ πιο μεγάλη απήχηση από το να μιλήσουμε, ουσιαστικά, για πρόληψη και λύσεις. Γιατί, πίσω από τη βία, την οποία συζητάμε, όπως ξέρετε υπάρχει απόγνωση. Υπάρχει έλλειψη προοπτικής για το μέλλον. Στο λένε τα παιδιά, στο λένε οι γονείς, το λέμε όλοι εμείς. Υπάρχει φτώχεια, υπάρχει εγκατάλειψη, περιθωριοποίηση, υπάρχει πολλή κακοποίηση. Άκουγα τον Γιώργο Νικολαΐδη, που έλεγε πόση κακοποίηση υπάρχει αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία και στα παιδιά. Έμφυλη βία. Και μετά υπάρχουν τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας των γονιών, το στρες, η ανεργία και να μην έχουμε χώρο για να ευχαριστηθούμε, να χαρούμε, ελεύθερο χρόνο. Αλλά να υπάρχει αγωνία για τις εξετάσεις και ένας αγώνας ανταγωνισμού. Και το Background σε όλα αυτά, αυτά που ζούμε καθημερινά, είναι γεγονότα που αυξάνουν την ανασφάλεια, όπως τα Τέμπη, το έγκλημα των Τεμπών, το οποίο έχει πιάσει τη νέα γενιά, γιατί είναι ένα τραύμα για τη νέα γενιά η αίσθηση έλλειψης λογοδοσίας και δικαιοσύνης. Έχουμε τρανσφοβική επίθεση στη Θεσσαλονίκη και έναν ομοφοβικό λόγο, και μετά αναρωτιόμαστε πώς αναπτύσσεται η βία απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στα σχολεία ή στην κοινωνία μας.
Όταν συζητάμε για το νομοσχέδιο για την ισότητα στον γάμο, η ακροδεξιά ρατσιστική και τρανσφοβική και ομοφοβική ρητορική ανθίζει. Έτσι; Όταν στο background υπάρχουν τα «push back» και υπάρχει όλη η βία απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, όταν τα παιδιά που θέλουμε να εντάξουμε στο σχολείο τα έχουμε κλεισμένα σε Camps, όπου δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ένταξης σε Camps. Ένταξη στην ελληνική κοινωνία μέσα στα Camps δεν γίνεται. Όπου έχουμε τα παιδιά Ρομά, που τα αντιμετωπίζουμε σαν παιδιά δεύτερης κατηγορίας και που βλέπουνε τους νεαρούς, βλέπουνε άλλα παιδιά, βλέπουνε νεαρά παιδιά να δολοφονούνται από την Αστυνομία. Όπου έχουμε παιδιά ανάπηρα, όπου θα έπρεπε να συζητάμε με όρους πώς να ενταχθούνε στο Γενικό Σχολείο και αντ’ αυτού είναι σε Ειδικά Σχολεία, και χωρίς να υπάρχει αυτή η συζήτηση.
Όμως, πραγματικά νομίζω, και με όποιους έχω συζητήσει, και ειδικά παιδιά, αλλά και δάσκαλοι, ενώ τους κυνηγάει η ύλη και η αγωνία των εξετάσεων, αυτό που θα θέλανε να υπάρχει πραγματικά στο σχολείο είναι, καταρχήν, χώρος να μιλήσουνε για τη ζωή τους. Να μιλήσουνε για τις σχέσεις. Να μιλήσουν για τα πράγματα που τους απασχολούν. Να μιλήσουν γι’ αυτά που γίνονται στην καθημερινότητα, την κοινωνική και την πολιτική. Και αυτός ο χώρος δεν υπάρχει. Θέλουν να ακούγονται. Να μην είναι μόνο στα συμβούλια, αλλά να ακούγονται και να λαμβάνεται η γνώμη τους υπόψη.», ενώ ολοκληρώνοντας είπε πως: «Θέλω να πω ότι αυτή η συζήτηση, που θα κάνουμε εδώ, δεν θέλουμε να εστιάσει μόνο στο πρόβλημα, αλλά θέλουμε να εστιάσει και στη λύση, θέλουμε να εστιάσει σε παρεμβάσεις, που έχουνε πιάσει τόπο, να μάθουμε, να σκεφτούμε, να ακούσουμε τι λειτουργεί και πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα.
Και ξέρουμε, βέβαια, ότι όλες αυτές οι παρεμβάσεις δεν θα είναι βιώσιμες αν δεν γίνονται στο πλαίσιο μιας κοινωνίας με αλληλεγγύη, αν δεν έχουμε πολιτικές που να αμβλύνουν την ανισότητα, να ενισχύουν την ψυχική υγεία και να δημιουργούνε ένα αίσθημα δικαιοσύνης.».

Αμέσως μετά τον λόγο έλαβε η κ. Έφη Αχτσιόγλου, βουλευτής της Νέας Αριστεράς στη Δυτική Αττική και πρώην υπουργός Εργασίας, λέγοντας μεταξύ άλλων πως: «Νομίζω ότι θα έχει πολύ ενδιαφέρον η σημερινή συζήτηση, διότι είναι ένα θέμα, που μας καίει όλες και όλους με όλες μας τις ιδιότητες. Είτε αυτή της πολιτικού, είτε της μητέρας ή του γονιού, του εκπαιδευτικού, του φίλου. Θεωρώ πως είναι ένα ζήτημα κομβικό, που χρειάζεται, επιτέλους, να αρχίσουμε να το συζητάμε λίγο πιο βαθιά και να αποφεύγουμε τις εύκολες και απλοϊκές αναλύσεις. Και την ίδια στιγμή νομίζω πως έχει ιδιαίτερη σημασία να αρχίσουμε να το συζητάμε και με τους όρους μας. Θα πω τι εννοώ και τι σκέφτομαι. Διότι βλέπω ότι ο κυρίαρχος λόγος, ο δεξιός λόγος, δηλαδή, έχει ήδη αρχίσει να στήνει ένα καινούργιο αφήγημα, που πάλι μετατοπίζει τη συζήτηση στην ατομική ευθύνη, στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, στα αντανακλαστικά της πάταξης της ανομίας, στην εγκληματικοποίηση ανθρώπων και φαινομένων.
Το φαινόμενο το τελευταίο διάστημα, νομίζω όλες και όλοι διαπιστώνουμε, ότι όλο και πιο συχνά αναφέρονται φαινόμενα βίας μεταξύ παιδιών ή και εφήβων. Ότι υπάρχει, δηλαδή, μια ένταση αυτού του φαινομένου. Ποσοτική, αλλά και ποιοτική.
Αυτό που κατά τη γνώμη μου πρέπει να μας απασχολήσει είναι δύο πράγματα: Τι τροφοδοτεί το φαινόμενο, γιατί συμβαίνει αυτό. Και, δεύτερον, τι πρέπει να κάνουμε, πώς πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.
Εγώ θα ήθελα εδώ να είμαι ευθύς εξαρχής ξεκάθαρη. Προφανώς το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό, ωστόσο, η έντασή του, η έξαρσή του, σχετίζεται ευθέως με το κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο ζουν τα παιδιά και στο οποίο ζουν τα έφηβα άτομα. Και με τις ευθύνες της Πολιτείας.
Επομένως, η ένταση αυτού του φαινομένου θα έπρεπε κανονικά αμέσως να χτυπάει ένα καμπανάκι ότι κάτι πάει λάθος στο κοινωνικό πλαίσιο. Και όχι να καταφεύγουμε στη γνωστή συντηρητική προσέγγιση ότι εδώ φταίνε πάντα οι οικογένειες, φταίνε πάντα κάποια άτομα, κάτι πάει στραβά στο ατομικό επίπεδο κ.τ.λ..».
Ακολούθως, η κ. Αχτσιόγλου ανέπτυξε όλο το σκεπτικό της για το σοβαρό αυτό θέμα, παρέθεσε τις προτάσεις της και ολοκλήρωσε λέγοντας πως: «Αυτό που θα ήθελα εγώ να επισημάνω είναι ότι αυτός που καλείται να απολογηθεί σήμερα, που θα έπρεπε να καλείται να απολογηθεί σήμερα, και αυτός που ελέγχεται σήμερα, είναι η Πολιτεία και το Κράτος. Δεν καλείται να απολογηθεί το παιδί. Η Πολιτεία και το Κράτος καλείται να απολογηθεί, και ελέγχεται για το αν μπορεί να συμβαδίσει με τις ανάγκες της εποχής. Αυτή πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να το κάνει αυτό.
Και νομίζω ότι εκεί πρέπει και ως Αριστερά και ως Νέα Αριστερά να επιμένουμε να στρέφουμε τη συζήτηση, να φωτίζουμε αυτές τις πλευρές της συζήτησης, διότι στο τέλος της ημέρας, όσο δεν δίνεις την ιδεολογική μάχη, τόσο θα μετατοπίζεται όλη η συζήτηση προς τα δεξιά, από τον κυρίαρχο λόγο, που δίνει την ιδεολογική μάχη σε όλα τα ζητήματα.».

Κατόπιν, τοποθετήθηκαν κατά σειρά: Ο κ. Κωστής Παπαιωάννου, Εκπαιδευτικός, Διευθυντής του «Σημείου για μελέτη και αντιμετώπιση της ακροδεξιάς», η κ. Στέλλα Μανουσογιωργάκη, Εκπαιδευτικός, Γενικός Γραμματέας της Ο.Λ.Μ.Ε., ο κ. Γιάννης Βασιλείου, Μαθητής του 2ου Λυκείου Μοσχάτου, ο κ. Χάρης Παπαδόπουλος, Δάσκαλος, Μέλος της παιδαγωγικής ομάδας «Το Σκασιαρχείο», η κ. Μαργαρίτα Μπογδάνου, Μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Γονέων Αλίμου και η κ. Θεώνη Κουφονικολάκου, Συνήγορος του παιδιού, ενώ τρίλεπτη τοποθέτηση έκανε και η κ. Κορίνα Χατζηνικολάου, Επίκουρη καθηγήτρια Αναπτυξιακής Παιδοψυχοπαθολογίας Α.Π.Θ..







Η συζήτηση συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε με ερωτήσεις που τέθηκαν από το κοινό, στις οποίες απάντησαν οι εκλεκτοί ομιλητές του «πάνελ».







